2021-03-15

Προμηθέας Δεσμώτης

Εισαγωγή 

Ο «Προμηθέας Δεσμώτης» είναι η μόνη από τις σωζόμενες τραγωδίες για την οποία δεν υπάρχουν πληροφορίες ούτε για την παραγωγή ούτε για τη χρονολογία της, ούτε καν για την τριλογία στην οποία ανήκε. Ακολουθούσε ο «Προμηθέας Λυόμενος» με τρίτο έργο τον «Προμηθέα Πυρφόρο» και ίσως ακόμη το σατυρικό δράμα «Προμηθεύς Πυρκαεύς», για τα οποία όμως ελάχιστα μπορούμε να υποθέσουμε. Αν έχουμε τη δυνατότητα να ανασυνθέσουμε ορισμένα στοιχεία από τον «Λυόμενο», με δυσκολία μπορούμε να διακινδυνεύσουμε κάποια γνώμη για το περιεχόμενο του «Προμηθέα Πυρφόρου», ενώ μας είναι άγνωστο το σατυρικό δράμα («Προμηθεύς Πυρκαεύς»;). Παρά τις αποκλίνουσες απόψεις των μελετητών ωστόσο, φαίνεται μάλλον πως ήταν το πρώτο δράμα μιας τριλογίας με ενιαία υπόθεση, που ονομάστηκε «Προμήθεια».

Καθώς ο χρόνος μάς στέρησε όλα τα άλλα έργα της «Προμήθειας» εκτός από το πρώτο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι θεματικά το έργο αυτό είναι ένα απόσπασμα, μια πρώτης μόνο κίνηση μιας πολύ προσεκτικά επεξεργασμένης λεκτικής και οπτικής συμφωνίας, στη συνέχεια της οποίας δεν έχουμε πια καμιά πρόσβαση. Έτσι είναι φυσικό να ανακύπτουν πάμπολλα προβλήματα από τη μελέτη του μοναδικού αυτού δράματος, προβλήματα που δε βρίσκουν εύκολη απάντηση, και οι απόψεις των μελετητών να διαφέρουν διαμετρικά σε πάρα πολλά θέματα. Οι διαφορές έφεραν σε μεγάλη αμηχανία πολλούς σχολιαστές του περασμένου αιώνα και τους έδωσε λαβή να αμφισβητήσουν ακόμα και τη γνησιότητα του έργου.

Για παράδειγμα: Στην αρχαιότητα κανένας δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι είναι έργο του Αισχύλου, στα νεότερα όμως χρόνια πολλοί έφτασαν στο σημείο να αμφισβητήσουν τη γνησιότητά του και να το θεωρούν γραμμένο ή διασκευασμένο από κάποιον άλλο μετά το θάνατο του Αισχύλου το 456 π.X.  Αυτό προέκυψε από τις φανερές διαφορές της στην κοσμοθεώρηση, στο ύφος και στο λεκτικό, από τις άλλες έξι τραγωδίες του ποιητή που σώθηκαν.  Ωστόσο, παρά την αναμφισβήτητη ιδιοτυπία του έργου αυτού, δεν υπάρχουν συντριπτικά επιχειρήματα για την αθέτησή του και οι όποιοι ελάσσονες λόγοι επιστρατεύονται δεν μπορούν να δικαιολογήσουν μια τέτοια θέση. Ο Αισχύλος με τον μύθο του Προμηθέα θέλει να εξιχνιάσει τον πρωτογενή χωροχρόνο του ανθρώπου – δηλαδή την εν χώρω και χρόνο ανάπτυξη της φύσεως του – τις δυνατότητες απελευθέρωσής του με τον λόγο. Η δύναμη του λόγου και η επίμονα ακριβής περιγραφή της σταύρωσης υποκαθιστά τη βιαιότητα της πραγματικής σκηνής.

Το έργο

Χρονολόγηση του έργου

Προβληματική παραμένει η ακριβής χρονολόγηση του «Προμηθέα Δεσμώτη», εξαιτίας της έλλειψης πληροφοριών και της μεγάλης ιδιοτυπίας που παρουσιάζει το έργο. Στη βάση όμως πολλών ενδείξεων θα πρέπει να καταλήξουμε ότι  η «Προμήθεια» ανήκε στη δραματουργία  της στροφής του ποιητή από μια στατική κοσμοθεώρηση προς μια σύγκρουση και τη συνακόλουθη αρμονική σύνθεση που επέβαλλαν τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα των μέσων του 5ου αιώνα.

Mια τέτοια σύγκρουση πνευματικών και πολιτικών αρχών δύσκολα θα μπορούσε να σημειωθεί σε οποιαδήποτε κοινωνία αρχαιότερη της Aθήνας των τελευταίων χρόνων της ζωής του Aισχύλου. Και εδώ ο ποιητής αναγνωρίζει και εξετάζει ένα φαινόμενο που αναφαίνεται τότε στην πόλη του για πρώτη φορά στην ιστορία. Eπομένως το έργο θα πρέπει να γράφτηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ποιητή, υπό την επήρεια των κοσμοϊστορικών γεγονότων της πόλης του.

Περιεχόμενο

Το κορυφαίο και πάντα σύγχρονο Αισχύλειο έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στον ιερό χώρο του Διονυσιακού θεάτρου γύρω στο 475 π.Χ. Ο Προμηθέας τιμωρείται από τον Δία και καταδικάζεται στην ερημιά, πάνω στην κορυφή του βράχου γιατί παραβίασε τη θεοκρατική τάξη πραγμάτων. O Tιτάνας Προμηθέας, περήφανος και ανένδοτος επαναστάτης ενάντια στην ανώτερη εξουσία, είχε κλέψει τη φωτιά από τους θεούς με κάποιο τέχνασμα και είχε προσφέρει αυτό το ανεκτίμητο δώρο στους θνητούς. Σ’ αυτό το έργο όμως η κλοπή της φωτιάς είναι απλώς το πρώτο βήμα ενός μεγαλειώδους προγράμματος ευεργεσιών για την ανθρωπότητα, γιατί η φωτιά είναι το ισχυρό σύμβολο μιας απέραντης σειράς τεχνολογικών αλλά και πνευματικών εφευρέσεων. Όλα αυτά τα πραγματοποίησε ο Προμηθέας αψηφώντας απόλυτα το Δία, που στην πραγματικότητα σχεδίαζε να εξαλείψει τελείως το ανθρώπινο γένος. Γι’ αυτήν τη ματαίωση των σχεδίων του, όσο και για την κλοπή της φωτιάς, ο Προμηθέας έχει επισύρει την οργή του Δία, που τον τιμωρεί τώρα ως σκληρός και αυθαίρετος τύραννος, αν και κατά το παρελθόν ο ευεργέτης της ανθρωπότητας είχε βοηθήσει και τον ίδιο το Δία να επικρατήσει πάνω στον Kρόνο και τους άλλους Tιτάνες. Ο άρχοντας των Θεών και των ανθρώπων επέβαλε στον Προμηθέα τη σκληρότερη τιμωρία. Τον αλυσόδεσε σε έναν βράχο και ένα όρνεο εχόταν καθημερινά καταβροχθίζοντας του το συκώτι, το οποίο όμως ανανεωνόταν συνεχώς. Ο Προμηθέας δεν επρόκειτο να απελευθερωθεί παρά μόνο από τον γιο του Δία, τον Ηρακλή, που σκότωσε μεν  με τα βέλη του τον λαίμαργο αιματοπότη αετό, που τρεφόταν από το συκώτι του Tιτάνα και για αντάλλαγμα έπαιρνε πληροφορίες από τον Προμηθέα για το δρόμο του προς τα μήλα των Εσπερίδων κάπου στη μακρινή Δύση. Ουσιαστικά η αμαρτία του Προμηθέα δεν είναι άλλη από την προσβολή της κοσμικής τάξης αφού αθάνατος ο ίδιος παίρνει το μέρος των θνητών. Το έργο ως σύνολο διαμορφώνει ένα αίσθημα προσδοκίας για περισσότερες αποκαλύψεις καθώς και την προσμονή μιας αναγκαστικής μεταβολής που είναι το αποτέλεσμα της γνώσης του Τιτάνα θεού για τα μελλούμενα. Η μεγαλοφυϊα του Αισχύλου συνίσταται στο ότι θεώρησε το θεϊκό πύρ ως το σύμβολο του πολιτισμού και της καταγωγής όλων των τεχνών, αλλά επιπλέον, πως δικαίωσε την κλοπή του ουρανίου πυρός εξαιτίας του οίκτου που έτρεφε ο Προμηθεύς προς το ανθρώπινο γένος, πολύ πριν από αυτόν τον μύθο. Ο τιτάνας Προμηθέας ανυψώνεται ενώπιον του Αισχύλου ως η γιγαντιαία ενσάρκωση της ανθρωπότητος που βρίσκεται σε σύγκρουση με τους Θεούς. Αυτός ήταν ο τρόπος που συνέλαβε ο νούς του Αισχύλου την Προμηθεϊκή ιδέα, που υπήρξε ο δαυλός της μεγαλοφυϊας του και το αίτιο που κυριάρχησε σε ολοκλήρο το έργο του. Η ιδέα αυτή υπήρξε ταυτόχρονα το αντίθετο της Ελευσινίου και το απαραίτητο συμπλήρωμα της. Η Ελευσίνιος ιδέα υπογραμμίζει την απολύτρωση της ψυχής και την ανύψωση της σε ένα θείο υπερκόσμιο επίπεδο, κατανοώντας τα Συμπαντικά Μυστήρια με την επικουρία των Θεών. Η Προμηθείκή ιδέα επικυρώνει την αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας και την πραγμάτωση της μέσω της ανθρώπινης θελήσεως. Οι δύο αυτές ιδέες συναντώνται σε έναν άρρηκτο συνδυασμό. Αυτό συμβαίνει επειδή ο αγώνας του ανθρώπου στο γήϊνο επίπεδο καθίσταται αδύνατος χωρίς την αρωγή των πνευματικών δυνάμεων που τον δημιούργησαν, ενώ η κατάκτηση του ουρανού προϋποθέτει πάντοτε την ανθρώπινη προσπάθεια στη γή. Τα δύο αυτά αποτελούν τους δύο δίσκους του ζυγού που ρυθμίζει την εξέλιξη των κόσμων. Ας παρατηρήσουμε τώρα τον τρόπο με τον οποίον εκφράζεται η Προμηθεϊκή Ιδέα του Αισχύλου στον Προμηθέα Δεσμώτη. Το πλαίσιο, η δράση, τα πρόσωπα, όλα είναι κολοσσιαία και υπεράνθρωπα. Η σκέψη του θεατή επικεντρώνεται σε αλησμόνητες μορφές, σε μεγαλειώδεις πράξεις και σε εμπνευσμένους λόγους. Νομίζει κανείς πως παρευρίσκεται στην γέννηση του ανθρωπίνου γένους, ανάμεσα σε έναν διάλογο των δυνάμεων του σύμπαντος

Το έργο στη σκηνή

H υπόθεση στο συγκεκριμένο δράμα έχει πάνω στη σκηνή συνοπτικά ως εξής:

Στην εναρκτήρια σκηνή του έργου, κάτω από τις άγριες προτροπές του Kράτους και της Bίας, που αποτελούν τους δύο εκτελεστές των υπάτων αποφάσεων του Δία και των ανάλγητων δυνάμεων της εξουσίας, ο θεός Ήφαιστος, ο μεταλλουργός του Ολύμπου, με εντολή του οργισμένου Δία, καρφώνει, με κάποια συμπόνοια είναι αλήθεια, τον Προμηθέα σε έναν ψηλό βράχο στις εσχατιές της γης, στον Kαύκασο, για να βασανίζεται εκεί όσον καιρό το θέλει ο αυταρχικός νέος αφέντης των θεών. Ούτε μια λέξη δεν ξέφυγε από τα χείλη του κατά την διάρκεια της φρικτής τιμωρίας του. Παρόλα αυτά, όταν,  παραμένει μοναχός ανασηκώνει την κραταιά μορφή του με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια και τα χέρια του τεντώνονται, όσο του επιτρέπουν οι αλυσίδες,  προς τον Ουρανό σε μια χειρονομία διαμαρτυρίας.  Μια δυνατή και βροντερή καραυγή αναβλύζει από τα βάθη του είναι του, μια κραυγή που συγκλονίζει όλα τα πλάσματα και αντηχεί σε ολόκληρο τον κόσμο.   ‘‘Ω θείε αιθέρα, γοργόφτερες αύρες, πηγές ποταμών κι αναρίθμητο γέλιο θαλάσσιων κυμάτων, ω Γη, η μάνα όλων, και ω παντεπόπτη του Ήλιου κύκλε, για δείτε οι θεοί το θεό πώς παιδεύουν!’’(στ.88-92)

O χορός από Ωκεανίδες, τις θυγατέρες του Ωκεανού, έρχονται να θρηνήσουν μαζί του και να τον παρηγορήσουν. Αντιπροσωπεύουν τις παθητικές και ευσπλαχνικές ψυχές των στοιχείων της φύσεως. Το φτερωτό άρμα που τις ματαφέρει τονίζει τον αέρινο και ρευστό χαρακτήρα τους. Αυτον του πρωταρχικού Αιωνίου Θήλεως με όλη του την εύθραστη χροιά αλλά και όλη του την χάρη και την αφελή αθωότητα. Με αυτόν τον τρόπο, το Αιώνιο Θήλυ που πρόκειται να αποτελέσει την παρηγοριά στα αναρίθμητα βάσανα του ανθρώπου, παραστέκεται στην γέννηση του ηρωϊσμού και τον υποστηρίζει μέσω του ελέους και της συμπόνοιας. Ο Προμηθέας μετά από παράκληση των Ωκεανίδων αφηγείται το ιστορικό της συγκρούσης του με τον άρχοντα του Ολύμπου. Ο Τιτάνας εμφανίζεται γεμάτος από κατανόηση, συμπόνοια και από μία ιερή αγανάκτηση. Αυτά είναι και τα αίτια που κάνουν τους αυθεντικούς και ισχυρούς ήρωες να δράσουν.  Ο Αισχύλος μέσα από τον Προμηθέα έδωσε στους ανθρώπους ελπίδες και αυταπάτες, οι οποίες τους βοηθούν να ζήσουν και να λυτρωθούν από τον φόβο του θανάτου. ‘Ετσι πλησιάζουν με μεγαλύτερη ηρεμία το τέλος της ζωής τους. Όσον αφορά τον ίδιο, έγινε το προστατευτικό πνεύμα της προοδεύουσας ανθρωπότητας, προβλέποντας το μέλλον, όπως εξάλλου φανερώνει το όνομα του (Προμηθεύς: προ-μήδομαι: σκέφτομαι εκ των προτέρων, προ της πράξεως). Γνωρίζει πως είναι πεπρωμένο του να βασανίζεται για ατελείωτους αιώνες, έως ότου ο Ζεύς αναγκαστεί να γίνει δίκαιος ή έως ότου αντικατασταθεί από έναν άλλον θεό, που θα καθιερώσει τόν ρόλο της δικαιοσύνης σε ολοκληρο το ανθρώπινο γένος.

Στη συνέχεια μέσα σε έναν παράδοξο ήχο –κάτι μεταξύ ροχαλητού και ξεφυσήματος- εμφανίζεται ιππεύοντας ένα τετράποδο πτηνό (τετρασκελή οιωνό) ένα μυθολογικό αλλόκοτο πρόσωπο. Είναι ο ίδιος ο Ωκεανός, ο άρχων των αρχέγονων υδάτων, εκθρονισμένος από τους Ολύμπιους Θεούς. Είναι ο φλύαρος και μωρολόγος υπέργηρος του έργου ο οποίος εκφέροντας έναν λόγο γεμάτο έμφαση και σύγχυση συμβουλεύει τον Τιτάνα να γίνει σώφρων, δηλαδή τον παροτρύνει να υποταχθεί σε κάθε πρόσκαιρη μορφή εξουσίας μέχρι τη στιγμή που θα αντιδράσει εκδικούμενος χρησιμοποιώντας κάθε ύπουλο μέσο. Ουσιαστικά ο Ωκεανός προσφέρεται να μεσολαβήσει στο Δία, αν ο Προμηθέας θελήσει να δείξει μετριοπαθέστερη στάση, δηλαδή στάση υποταγής. Eκείνος όμως απορρίπτει περιφρονητικά και ειρωνικά την προσφορά του: ‘‘Πήγαινε, φύγε, σώσε το μυαλό που σου απομένει’’. Και ύστερα αντί να επικεντρωθεί στη δική του δυστυχία , εξηγεί και απαριθμεί στις απλοϊκές και ευσπλαχνικές κόρες της ζωής, όλες του τις ευρεγεσίες στο ανθρώπινο γένος, όλα εκείνα τα αγαθά που προέκυψαν για τους ανθρώπους από το δήθεν έγκλημα καθοσιώσεως που διέπραξε με την αρπαγή του Πυρός.

Στο δεύτερο μέρος καταφθάνει ένα άλλο θύμα της τυραννίας του Δία, η Iώ, μια θνητή, ιέρεια της ‘Ηρας, που την ερωτεύθηκε ο Δίας και ο Ερμής ανέλαβε να την αποκοιμίσει έτσι ώστε ο ο πατέρας των Θεών να την αιφνιδιάσει. Αλλά η Ήρα παρεμποδίζει το συζυγό της να κατακτήσει ερωτικά την Ιώ. Αναθέτει την επιτήρηση της στον μυριόφθαλμο Άργο, το τέρας με τα εκατό μάτια  μεταμορφώνοντας την εν μέρει σε αγελάδα, καταδικασμένη να περιπλανιέται διαρκώς, βασανισμένη και κυνηγημένη από μια αλογόμυγα, τον Oίστρο, που την τρελαίνει. Ιδου ο δεσμώτης Τιτάν, η εικόνα του πνεύματος, και η γυναίκα, το θύμα ενός υπερανθρώπινου πάθους, Εδώ ο Αισχύλος θέλησε να αντιπαραθέσει αυτά τα δύο στοιχεία του μαρτυρίου. Το πνεύμα αυτό θα καταλήξει να σώσει την ανθρωπότητα αλλά προς το παρόν θα υφίσταται το μαρτύριο. Οι δύο δυστυχείς, ο Προμηθέας και η Ιώ, μάρτυρες της Επιθυμίας του Αιωνίου, μόνο με απλή διασταύρωση βλεμμάτων μιλούν στις καρδιές των και αλληλοκατανοούνται. Η Ιώ θέλει να αποσπάσει από τον Προμηθέα το τρομερό μυστικό του τέλους του Δία. Αλλά ο Προμηθέας αρνείται. Αρκείται να προφητεύει όλες τις δυστυχίες και τα παθήματά της που την αναμένουν. Τις περιπλανήσεις της στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική και τελικά την απολύτρωση της στις εκβολές του Νείλου όπου ο Ζευς τελικά θα την προφτάσει και αγγίζοντας την με το χέρι του θα την βυθίσει σε βαθύ ύπνο. Η πράξη αυτή θα την καταστήσει μητέρα μιάς γενιάς ηρώων από την οποία θα προέλθει ο Ηρακλής  που θα ελευθερώσει τελικά τον Tιτάνα, και θα ρίξει τον Δία από την εξουσία. Η φευγαλέα αυτή οπτασία της τελικής της απολυτρώσεως δίνει μια στιγμή γαλήνης στην κατατρεγμένη Ιώ, που διακόπτεται από επίπονη επιθυμία και σφοδρή αγωνία. Η γαλήνη αυτή δεν διαρκεί. Σε λίγο την καταλαμβάνει το παραλήρημα και παράφορα ερωτευμένη φεύγει κυνηγημένη από την σκηνή στην αιώνια αναζήτηση του εραστή που δεν μπορεί να βρεί.

Όταν φεύγει η Iώ, μπαίνει ο αγγελιοφόρος των θεών ο Eρμής. Σταλμένος απ’ το Δία με φοβερές απειλές απαιτεί από τον Προμηθέα να του αποκαλύψει το περίφημο μυστικό.  Ο επαναστάτης, μολονότι ο Eρμής τον απειλεί πως θα αυξηθούν τα βάσανά του σε αβάσταχτο βαθμό, αρνείται περιφρονητικά και αγέρωχα κάθε απάντηση στο «δουλικό» του Δία. Αμέσως οι απειλές πραγματοποιούνται και ακολουθεί η καταστροφή. Αυτή τη φορά το νέο ξέσπασμα κεραυνών συμβαίνει ταυτόχρονα με έναν σεισμό που προέρχεται από τα βάθη του Αδη. Οι Ωκεανίδες τρέπονται σε φυγή γεμάτες τρόμο. Ο βράχος υποχωρεί, η άβυσσος ανοίγεται, ο ουρανός σκοτεινιάζει και ο Προμηθέας βυθίζεται με μεγαλοπρέπεια στον Τάρταρο, μαζί με τις Ωκεανίδες που αρνούνται να τον εγκαταλείψουν.

Αυτό είναι περιληπτηικά το δράμα του Προμηθέως Δεσμώτη που προπερευόταν κατά πολύ της ηθικής και θρησκευτικής συνειδήσεως της εποχής του. Το έργο αυτό όμως αν και ήταν πολύ υβριστικό για τον υπέρτατο εθνικό θεό, της εποχής εκείνης, εν τούτοις διατηρήθηκε, πράγμα που δεν συνέβη αργότερα με τον Σωκράτη ο οποίος καταδικάστηκε να πιεί το Κώνειο επειδή εξέφρασε και ορισμένα λογικά συμπεράσματα, ως προς την έννοια του Θεού. Ας μη ξεχνάμε ότι ο Άρειος Πάγος συνήθιζε να επιβάλλει την ποινή του θανάτου σε όσους παραβίαζαν τον όρκο των μυστηριακών αποκαλύψεων.

Μετά το «Δεσμώτη» ακολουθούσε ο «Προμηθέας Λυόμενος», όπου η Γη, ως μητέρα του, συμβούλευε ίσως τον Προμηθέα να προχωρήσει σε μια συμφιλίωση, όταν εκείνος, ύστερα από αιώνες τιμωρίας, ξαναγύριζε πάνω στον Kαύκασο στο βράχο του. Tο χορό στον ‘‘Λυόμενο’’ αποτελούσαν οι απελευθερωμένοι Tιτάνες, εντυπωσιακοί μάρτυρες μιας καινούριας κοσμικής τάξης που στοχεύει στη συμφιλίωση.

Όλες όμως οι ενδείξεις πείθουν ότι η τριλογία του Προμηθέα έκλεινε με μια συμφιλίωση, που αποκαθιστούσε μια καινούρια κοσμική τάξη, όπου η εξουσία συναντούσε τη δικαιοσύνη, και η δύναμη τη θεμελιωμένη στο πνεύμα τάξη.

Δραματουργία του έργου

H δραματουργία του «Προμηθέα Δεσμώτη» δεν έχει παράλληλό της σε καμιά αττική τραγωδία και σε κανένα έργο οποιασδήποτε άλλης περιόδου. Ήταν μια δράση στην οποία όλοι σχεδόν οι συμμετέχοντες ήταν απαραιτήτως θεοί ή στοιχειώδεις δυνάμεις. Πιο τρομερό απ’ όλα απ’ την πλευρά του δραματουργού ήταν η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο πρωταγωνιστής, υποχρεωμένος να παραμένει ακίνητος από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου, ανίκανος ακόμα και να χειρονομήσει.

Σημαντική επί σκηνής δράση δεν υπάρχει εκτός από τον Πρόλογο, όπου οι απεσταλμένοι του Δία, το Kράτος και η Bία, σέρνουν αλύπητα τον Tιτάνα και ο Ήφαιστος τον καρφώνει στην πλαγιά ενός πανύψηλου βουνού, που αποτελεί το φανταστικό σκηνικό του έργου, και την Έξοδο, όπου ο Προμηθέας εξαφανίζεται με το Xορό των Ωκεανίδων στο χάσμα μέσα σε μια άγρια καταιγίδα των στοιχείων της φύσης. Θα μπορούσαμε ίσως να ισχυρισθούμε ότι στο έργο ακολουθείται η τεχνική της κλιμακούμενης ανησυχίας που οδηγεί στη δραματική κορύφωση. O Προμηθέας δεν είναι απλώς η κεντρική μορφή του έργου, αλλά το ίδιο το έργο στη δραματική του εξέλιξη, που συνίσταται στην προοδευτική αποκάλυψη της φύσης και του παρελθόντος του, της γνώσης του για το μέλλον και της αυξανόμενης οργής του εναντίον του Δία. H αληθινή δραματική κίνηση εδώ πραγματοποιείται μέσα στη σκέψη του ακίνητου ήρωα, και από την άποψη αυτή είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ελληνικής σκηνής.  Το βαθύτερο νόημα αναβλύζει από την πλαστικότητα και την δραματουργική του δύναμη. Eίναι χαρακτηριστικό ότι δεν τόλμησε, όσο ξέρουμε, άλλος Aθηναίος δραματουργός να ξαναπαρουσιάσει αυτή τη γιγαντιαία επιβλητική μορφή.

Άποψη επί του έργου

Ούτε το κλασικό ούτε το μετακλασικό δράμα έχει να προσφέρει κάτι ανάλογο και τόσο μεγαλειώδες. Ούτε και αυτός ο Όμηρος αλλά και κάποιος άλλος Έλληνας ποιητής συνέλαβε ποτέ ένα έργο τέτοιου ύψους. Οι ήρωες των υπολοίπων ποιητών είναι ταπεινοί δούλοι των θεών, όργανα που υπηρετούν τυφλά την θέληση τους και χρησιμοποιούνται σαν ανδρείκελα για τις ιδιοτροπίες τους. Αντίθετα, στο δράμα του Αισχύλου βλέπουμε έναν ημίθεο να πολεμά τους Αθάνατους, έναν υπεράνθρωπο που αυτοδημιουργείται. Η φυσική του ήττα μεταβάλλεται σε μια ηθική νίκη, ενώ η τιμωρία της ανυπακοής του τον αποθεώνει.

Συμπεράσματα από το έργο

Oπωσδήποτε ο «Προμηθέας Δεσμώτης» πρέπει να παραμείνει για μας το υπόλειμμα ενός αριστουργήματος, κατά πάσα πιθανότητα το τελευταίο και το θεαματικότερο αριστούργημα του Aισχύλου, ένα δράμα με τερατώδη σύμβολα, που δραματοποιεί την κρίση αλλά και τις ελπίδες της Aθήνας κατά την ιστορική της μεταμόρφωση.

Aκρωτηριασμένο όμως το σωζόμενο έργο της «Προμήθειας» έχει ίσως ασκήσει περισσότερη επιρροή στη συνακόλουθη πορεία των ιδεών στη Δύση, από όση θα είχε ασκήσει ολόκληρη η τριλογία, αν είχε σωθεί. Διαβάστηκε από τις νεότερες γενιές σαν σύνθημα για εξέγερση του διανοούμενου και του τεχνοκράτη ενάντια στον αμείλικτο δεσποτισμό του βασιλιά ή του Θεού, για χάρη της βασανισμένης ανθρωπότητας. Oι ποιητές και οι φιλόσοφοι είδαν σ’ αυτό τον αθεϊσμό και την επανάσταση, την απελευθέρωση των μαζών που μοχθούν από τους δυνάστες τους, αγνοώντας τους υπαινιγμούς που περιέχει το έργο και τις μαρτυρίες που προέρχονται από τα αποσπάσματα της τριλογίας, που αποδεικνύουν ότι στην πραγματικότητα η «Προμήθεια» με την πλήρη μορφή της δε θα μπορούσε να παρακινεί ούτε στον αθεϊσμό ούτε στην επανάσταση, αλλά στην αναδιάρθρωση κάθε μορφής ενέργειας, νεοτεριστικής και συντηρητικής, από μια ολέθρια σύγκρουση προς τη δημιουργική αρμονία.

Μηνύματα από το έργο

Ελεύθερο πνεύμα και γνώση

Τα μηνύματα από το συγκεκριμένο  αρχαίο δράμα είναι ατελείωτα. Ο αισχύλειος λόγος οφείλει να είναι και είναι εσωτερικός, αληθινός, μεγάλος. Οχι στομφώδης και ψεύτικος  ούτε ρητορικός. Συνδυάζει το γήινο με το μεταφυσικό, γιατί ο άνθρωπος μεγαλώνει τα συναισθήματά του. Ο «Προμηθέας Δεσμώτης» Έγινε το αιώνιο σύμβολο ενός ελεύθερου πνεύματος που αντιμάχεται τις σκοτεινές δυνάμεις. Είναι ένας διαλογισμός με το άγνωστο. Μια μεγαλειώδης σπαρακτική κραυγή οργής για το παράλογο και αναιτιολόγητο. Η ρήξη είναι οριστική. Ο Προμηθέας έκλεψε το άνθος της φωτιάς και το δώρισε στους θνητούς που σαν σκιές ονείρου περνούσαν τη μακριά ζωή τους όπως λάχει στα τυφλά. Έδειξε στους θνητούς πώς να φτιάχνουν καλύβες, γιατροσόφια ν’ απαλύνουν τον πόνο τους, να ξεχωρίζουν τις εποχές, να ερμηνεύουν όνειρα, χρησμούς, πώς να υποτάξουν τα ζώα για να αναλάβουν τους πιο βαριούς μόχθους του ανθρώπου και ότι πολύτιμο κρύβει η γη στα σπλάχνα της, κι’ ακόμα υπέρτατη σοφία, φως, λάμψη, γνώση γραμμάτων, αριθμών και τεχνών. Μέσω του συνδυασμού των γραμματων τους δίδαξε τις λέξεις, δηλαδή τη μνήμη, αυτό το σπουδαίο όργανο των μουσών. Μαζί με τους αριθμούς τους δίδαξε την παρατήρηση των Ουρανίων Σωμάτων και την επιστήμη. Τους δίδαξε Γνώση και ανέδειξε τον άνθρωπο από σκουλήκι σε βασιλιά της γης και αδελφό των θεών μέσω των νόμων που κυβερνούν το σύμπαν. Όλες οι ανθρώπινες τέχνες είναι έργο του Προμηθέα. Σαυτό το σημείο του έργου ολόκληρη η ιστορία του πολιτισμού εκτυλισσεται με μια ματιά. Ουσιαστικά μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι το έργο του Προμηθέα είναι έργο εκπολιτισμού του ανθρωπίνου γένους.

Τόλμη με ευφυία

Για όλα αυτά καρφώνεται στην ερημιά, στην κορυφή ενός βράχου που θα οδεύσει αμέτρητους αιώνες. Εκεί στην ερημιά του κόσμου φτάνει ένα άλλο θύμα του Δία, η τιμωρημένη από την Ήρα περιπλανώμενη Ιώ. Ο Προμηθέας προφητεύει ότι απ’ τη γενιά της θα γεννηθεί ο λυτρωτής του. Ο Προμηθέας, σύμβολο της ευφυΐας και της τόλμης, φωτίζει το ανθρώπινο μυαλό στους αιώνες. Ο Δίας, εκπρόσωπος της δύναμης, της βίας και της τάξης, εγκλωβισμένος από το ίδιο του το σφάλμα θα μάθει πόσο μεγάλη είναι η διαφορά μεταξύ της εξουσίας και της δουλείας. Θα πάθει και θα μάθει πως άλλο να είσαι αφέντης και άλλο δούλος.

Θρησκευτικότητα και αμφισβήτηση

Στον Προμηθέα Δεσμώτη ο Αισχύλος αποκαλύπτει τη βαθειά θρησκευτική ιδιοσυγκρασία του, δίχως να αποφεύγει –εσκεμμένα κατά την άποψή μας εξαιτίας των δημοκρατικών του πεποιθήσεων- κάποιες νύξεις σκεπτικισμού και αμφισβήτησης σε ό,τι αφορά στην κοσμική εξουσία του Δία. Ο πυρήνας του έργου του Προμηθεύς Δεσμώτης, είναι το θέμα ενός ασταμάτητου αγώνα κατά της δύναμης της εξουσίας, που στην προκειμένη περίπτωση συμβολίζεται με τον Δία. Σε όλα σχεδόν τα έργα του  είναι ορατή η ύβρις, αν και με διαφορετικό τρόπο. Όμως, η εικόνα του Δία πρώτα πρώτα, που κυβερνάει ως νέος δεσπότης με τόση αυθαιρεσία τον κόσμο και με τους βαρείς χαρακτηρισμούς που του απευθύνει εδώ ο Προμηθέας, δε συμβιβάζεται με το εγκώμιο του δίκαιου κοσμικού άρχοντα και με τη γεμάτη σεβασμό μεταχείριση που του επιφυλάσσει ο Aισχύλος σε άλλα του έργα.

Ο Προμηθέας, όμως, όντας αθάνατος, θεός ο ίδιος, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υβριστής. Η δική του «αμαρτία» είναι η αμφισβήτηση της εξουσίας του Δία, δηλαδή η ανατροπή της τάξης, αν και δεν είναι αυτή η μόνη διαφορά του έργου από τα άλλα.

Ηθικότητα

Ο Προμηθεύς Δεσμώτης δεν έχει ήρωες με την έννοια του όρου όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Είναι μίμηση πράξεως θεϊκής καθ’ ολοκληρίαν. Στο έργο δε συμμετέχει θνητός, μόνον οι θεότητες που ξεπηδούν από την αχλύ του μύθου για να εκφέρουν επί σκηνής τις θεολογικές και πολιτικές απόψεις του ποιητή. Πίσω από το πλέγμα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας, ο Αισχύλος στον Προμηθέα Δεσμώτη κυρίως, μας επιτρέπει να διακρίνουμε αρκετά καθαρά τα σταθερά περιγράμματα των δικών του ηθικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων, το υπόγειο θεολογικό και ηθικό ρεύμα της εποχής του, στο οποίο καθορίζεται η έννοια της αμαρτίας, της ύβρεως, της ενοχής, της βίας που συνεπάγεται ο κύκλος του αίματος, του θεϊκού «δίκαιου δόλου», που οδηγεί τον υβριστή και τον ένοχο στην καταστροφή και στην εκπλήρωση του τραγικού πεπρωμένου του. Διαμάχες και λύσεις, εγκλήματα και εξιλέωση κοσμικές περιγραφές και αφηγήσεις σε αναπεπταμένο χρόνο αναδεικνύουν μια διαφορετική αντίληψη για το γίγνεσθαι και τον χρόνο, μια ποιητική και συνεκτική αντίληψη που χαρακτηρίζει γενικότερα τη δραματουργική του τέχνη.

Περηφάνεια

Η  βουβή και ταπεινωτική τιμωρία-μαρτύριο που υψίσταται ο Προμηθέας αποτελεί έκφραση ανυποχώρητης υπερηφάνειας του. Υφίσταται σιωπηλός το αναπότρεπτο μαρτύριο που έχει επιλέξει συνειδητά υποκείμενος στην Ανάγκη.Μόνο όταν μένει μόνος του στην ερημιά του σκυθικού βράχου υψώνει κραυγή και επικαλείται τη μαρτυρία των στοιχείων της φύσης διακόπτοντας έτσι τη μακρά σιωπη του Τιτάνα, Η σκαιότητα του Κράτους απηχεί το απρόσωπο της μορφής του, ενώ ο Ήφαιστος συμβάλλει εκών άκων με την τέχνη του στο μαρτύριο ενός συγγενικού θεού, αν αναλογιστούμε την τιτανική φύση του, υποκείμενος επίσης στην Ανάγκη που συνιστά η βούληση του Δία.

Προσφορά στον άνθρωπο

Η τραγικότητά του αναδύεται τόσο από την σημασία της προσφοράς του στον άνθρωπο, όσο και από την εγγραφή του ιστορικού ανθρώπινου και παρόντος δραματικού χρόνου στην ανακύκληση ενός μεγαλύτερου χρόνου, καθώς ο τιτάνας γνωρίζει το μέλλον. Ο Προμηθέας βιώνει τον μικρόκοσμο μιας προσωπικής περιπέτειας και ταυτόχρονα οραματίζεται τον μακρόκοσμο μέσα στον οποίο αποκτά ιδιαίτερο νόημα η προσωπική βιωματική εμπειρία. Η εξουσία είναι σαν τη Λερναία Υδρα. Το κράτος, η βία, η απανθρωπιά είναι η πολιτική κάθε νέου μονάρχη. Ο άνθρωπος παλεύει να απελευθερωθεί με το μυαλό του και μένει δέσμιος απ’ το μυαλό του». Ο Αισχύλος δεν είναι ποιητής που ρεμβάζει σε κάποιο νησί. Είναι μάχιμος. Η ποίησή του φωτίζει και μέσα από τον Προμηθέα στέλνει μηνύματα που κάνουν το έργο του να είναι εντελώς σύγχρονο. Γιατί ο Προμηθέας είναι ακόμα δεμένος. Ο ελευθερωτής του δεν γεννήθηκε ακόμα.

Η Μοίρα

Η ιδέα της Μοίρας έχει δεσπόζουσα θέση στα έργα του Αισχύλου. Προσπαθεί να την εκφράσει με ορατή και σωματική μορφή μέχρι το σημείο να χάσει τον αφηρημένο χαρακτήρα της. Για αυτό τον λόγο, δημιουργούνται οι μεγαλειώδεις εικόνες, οι τολμηρές σκηνές, οι υπερβατικές σκέψεις, επειδή η τρομερή παρουσία της Μοίρας, προκαλεί τρόμο κι έκπληξη. Για αυτό και η άπειρη μεγαλοπρέπεια των προσώπων που εμφανίζονται πολεμώντας με έναν τέτοιο «εχθρό» και η θαυμαστή ακινησία τους μπροστά στο χέρι της Μοίρας που ισοπεδώνει και το οποίο αυτοί οι ίδιοι προκαλούν.

Τιμωρία σφαλμάτων-εξαγνισμός

Η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι ηγέτης των πάντων αποτελεί ύβρη και οι ανθρώπινες καταπατήσεις και υπερβολές τιμωρούνται φαινομενικά από το Θεό και ουσιαστικά από τα ίδια τα σφάλματα του ανθρώπου. Έτσι ο σοφός Αισχύλος διατυπώνει ερωτήματα με σαφήνεια στο κοινό, όπως: «γιατί υπάρχουν καλοί άνθρωποι τόσο δυστυχισμένοι και κακοί τόσο ευτυχισμένοι;», και προτιμά να δώσει ηθικά διδάγματα, δείχνοντας, ότι η δυστυχία δεν είναι πάντα τιμωρία άλλα μπορεί να είναι μια μορφή εξαγνισμού. Η Μοίρα δίνει στον κάθε άνθρωπο το δικό του μερίδιο ευτυχίας ή δυστυχίας, που είναι ταυτόχρονα ελπίδα και απειλή. Όταν κάποιος υπερβάλει στο δικό του μερίδιο τότε οδηγείτε στην ύβρη και εμπίπτει πάνω του ο Νόμος της Δικαιοσύνης και της ισορροπίας που καθορίζει την εξαγνιστική τιμωρία, που έχει ένα θετικό και ηθικό σκοπό, να μάθει ο άνθρωπος μέσα από το βάσανο.Ο ίδιος σεβόταν τους θεούς αλλά πίστευε σε δυνάμεις ακόμα πιο υψηλές από αυτούς, την Ανάγκη και τη Μοίρα.

Το δώρο της φωτιάς

Στον Προμηθέα Δεσμώτη, ο Αισχύλος αντιπαραθέτει την ακατανίκητη δύναμη του Δία με την ακαταμάχητη θέληση του Προμηθέα. Το θέμα του αναφέρεται σε μια εσωτερική παράδοση που περιγράφει συμβολικά τη θυσία του Προμηθέα και το πώς η ανθρωπότητα δέχτηκε το δώρο της φωτιάς από τον Προμηθέα για να αναπτυχθούν οι τέχνες και οι επιστήμες. Η φωτιά είναι ένα στοιχείο της φύσης και συμβολίζει το νοητικό σπινθήρα ή νοημοσύνη που έλαβε ο άνθρωπος σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και έδωσε την πνευματική ώθηση στην ανθρωπότητα στην εξελικτική της πορεία ως σήμερα. Για τον Αισχύλο η Τραγωδία ήταν καθαρά παιδαγωγική στην πιο υψηλή σημασία της έννοιας αυτής και πρόσφερε ηθικά διδάγματα κάτι που τον καθιερώνει σε ένα οραματιστή της ανθρωπότητας.

Μυστηριακή παράδοση- φυσικές δυνάμεις

Στα έργα του Αισχύλου διαφαίνεται η μυστηριακή παράδοση και η πίστη του ότι όλα στη Φύση έχουν ψυχή κι ότι ο Θεός και οι εκπορεύσεις του, που είναι οι θεοί, τα κυβερνούν όλα. Οτι οι Δυνάμεις της Φύσης και αυτό που σήμερα ονομάζουμε Φυσικοί Νόμοι, είναι πνεύματα στην υπηρεσία του Θείου  Σχεδίου εξέλιξης και της Μοίρας που μας οδηγούν όλους. Προσπαθεί να δώσει το νόημα που έχει η ελεύθερη βούληση και η ανθρώπινη πρωτοβουλία και να τα συμβιβάσει με το σχέδιο του θεού. Δεν διστάζει να θέσει τα μεγάλα προβλήματα που απορρέουν από την ύπαρξη της θείας πρόνοιας και την αλλαζονεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Με όλα αυτά μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο δημιουργός του Προμηθέα μετουσιώθηκε σε έναν Μύστη που έχε την καρδιά του Τιτάνα.

Περαιτέρω ερμηνείες

1. Οι διδάξαντες τον τρόπο για την ανέλίξη του ανθρώπου και μέσα από την κατανόση των θείων αληθειών, οι οποίες  περιβάλλουν την μορφή του καθώς και τα δικαιώματα, τα οποία  έχει επί της φύσεως είναι οι Μυσαταγωγοί οι οποίοι παρήγαγαν τα Μυστήρια  και συμβόλίσαν την αλήθειαν και την διδασκαλίαν αυτής της φύσεως. Αυτές είναι οι τέλειες συνειδήσεις της Φύσεως οι οποίες  ενστερνίσθηκαν τις θείες  λειτουργίες και αφωμοιώθηκαν στην μεγάλην της δράση.  Οι συνειδήσεις αυτές είναι οι πηγές κάθε γνώσεως. Οι τέλειες αυτές συνειδήσεις  εμελέτησαν επισταμένως  τους τρόπους ανέλίξης των δυνάμεων της Φύσεως και της ανθρώπινης μορφής και στη βάσει αυτών καθώρισαν σύστημα μυήσεως της ανθρωπίνης προσωπικότητος προκειμένου αυτή να διδαχθή μέσω αυτής της φύσεως σχετικά με την αξία της ιδίας της μορφής της. Μια από τις συνειδήσεις αυτες υπήρξε και ο (τιτάνας) Προμηθεύς ο οποίος  υπήρξε μάλιστα ο πρώτος μεταδότης των μεγάλων αληθειών και ο πρώτος συνθέτης των ιερών συμβόλων των μυστηρίων. Αλλά  οι θείες αλήθειες και οι μεγάλες ιδέες δεν ήταν δυνατόν να εισχωρήσουν στις μικρές ανθρώπινες διάνοιες και για τον λόγο αυτόν τα Μυστήρια  εχωρίσθησαν σε βαθμούς, προκειμένου να παρέξουν στον ζώντα στο σκότος άνθρωπον σταδιακά -ολίγον κατ’ ολίγον-  φως και έτσι να επαναστατήση κατά του ΙΔΙΟΥ του σκότους.

2. Μια ακόμη ερμηνεία είναι ότι  Ο Προμηθέας είναι το ελεύθερο πνεύμα το οποίον προκειμένου να βοηθήσει τον άνθρωπον για να ενστερνισθεί τις θείες αλήθειες σχετικές με την Φύση και τους νόμους της  και γνωρίσει τον τρόπον όδευσης σε θειοτέρους κόσμους δέχθηκε να ενσαρκωθεί  στο ανθρώπινο επίπεδο και να φέρει προς αυτούς – τους ανθρώπους – το Φως. Ο Προμηθέας αφού προσέγγισε πρωτος την θεία αντίληψη, εξανέστη κατά των αυθαιρεσιών και των καταπιέσεων, και δηλώνοντας ταυτόχρονα με τη  μετάδοση του Πυρός και  του φωτός του, ότι ο διαχωρισμός της ανθρωπότητας σε τάξεις αποτελεί την πρώτην ύβρη του ανθρώπου κατά της ιδίας μορφής του και τη πρώτη αχαριστία προς τη μητέρα του Φύση. Όμως δεσμέυτηκε στο ανθρώπινο επίπεδο και χρειάσθηκε η παρέμβαση του ήρωα Ηρακλή προκειμένου να αποδευσμευτεί και επανέλθει στους χώρους των αθανάτων πνευμάτων.

3. Μια ακόμη ερμηνεία θα μπορούσε να εκτεθεί αλλά για την παράθεση της θα πρέπει πρώτα να γίνει μιά συνοπτική περιγραφή του Συνθετικού και Συνδετικού λόγου.

Ενας οργανισμός είναι αρτιότερος όταν εξασφαλίζει στην ψυχή περισσότερες δυνατότητες να επικοινωνήσει με το περιβάλλον ,ωστε να εξασφαλίσει το γνωσιολογικό της περιεχόμενο. Επίσης όσο ο οργανισμός είναι αρτιότερος, τόσο οι δυναμικές εκδηλώσεις της ψυχής αυξάνουν και τόσο περισσότερο εξελίσσεται η ψυχική ικανότητα. Ο οργανισμός μας αποτελείται από υλική ουσία. Εκτός όμως από την υλική ουσία υπάρχει και συνεχής ουσία η οποία αποτελεί τον Συνθετικό λόγο του ορανισμού. Ο Συνθετικός λόγος όμως δεν παραμένει ίδιος  αλλά αντικαθ’ισταται βαθμιαία έως ότου αντικατασταθούν και τα υπάυτού συνδεόμενα υλικά άτομα των ιστών του οργανσμού. Επειδή όμως αυτό δεν είναι δυνατόν να γ’[ινεται συνεχώς, τα όργανα υφίστανται αλλοιώσεις, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου προκαλούν τη φθορά τους. Συνδετικός λόγος είναι η σύνδεση ανθρώπινης ψυχής με τον οργανισμό, που επιτρέπει τον πλήρη έλεγχο του οργανισμού, με αποτελέμσα να λειτουργήσουν τα ‘οργνα των αισθήσεων.

Η λέξις «προμηθεύς» σημαίνει προνόηση ή πρόνοια που είναι σύνθετη λέξη, πα­ραγόμενη από τις λέξεις προ και μήτις (λογική δια­νόηση). Κατά τον μύθο αυτόν ο Προμηθεύς (προ-μήτις) έκλεψε το Πνευματικό Πυρ από τον πνευμα­τικό Όλυμπο και το έδωσε στο πλέον εξελιγμένο ζωικό οργανισμό της Γης, τον άνθρωπο, ώστε να αποτελέσει τον νέο του Συνδετικό Λόγο. Αυτό συνι­στά την διαφορά του ανθρώπου από τα άλλα ζώα διότι αποτέλεσε την εξέλιξη της Ζωικής Νοήσεως σε Λογική Νόηση. Το γεγονός αυτό συντελέσθηκε ως εξής:

Ο δημιουργικός Αιθέρας που περιβάλλει τη μητέρα μας Γη δέχθηκε την περίπτυξη Πνευματικού Πυρός (εικονιζόμενος ως Προμηθεύς) ισχυρότατης δυναμικής σε στιγμή κατά την οποία οι αστρολογικές συνθήκες εμφάνισαν ευνοϊκούς όρους. Αυτό το πνευματικό πυρ επηρέασε τον αι­θέρα του γήινου περιβάλλοντος και μετεφέρθηκε ως μεταμορφωτικός λόγος  στο πλέον εξε­λιγμένο ον της Γης, τον άνθρωπο, άσκησε δράση επί του συνδετικού του λόγου και έτσι του έδωσε την δυνατότητα να μεταβάλλει την μέχρι τότε Ζωική του Νόηση σε Λογική Νόηση. Στην ελληνική παράδοση η εμφάνιση της λογικής νοήσεως περιγράφεται επακριβώς μέσα από τον διαχρονικό μύθο του Προμηθέως.

Συμπέρασμα                                    

Κεντρική ιδέα του δράματος είναι η αιώνια σύγκρουση της Πνευματικής Ιδέας με τον Κόσμο της Ελευθερίας, με την ανάγκη. Των γραπτών νόμων και του δικαίου των ανθρώπων με τους άγραφους νόμους, τους θεσμούς και τις ρήτρες του αιωνίου θείου δικαίου. Η Προμηθεϊκή ιδέα θα πάσχει αιώνια. Κάθε εποχή θα έχει έτοιμον πάντα, εν ονόματι του Διός της, έναν Καύκασο και έναν σταυρό για τον δικό της Προμηθέα. Οι Προμηθείς θα σταυρώνονται και θα ξανασταυρώνονται πάνω στον ανθρώπινο Καύκασο. Γεμάτος πρωτογονική ορμή ο άνεμος του σκότους θα πνεέι ενάντια προς τη φλόγα τους. Το έργο όμως αργά, απόκρυφα, και μυστηριακά συντελείται. Το φως απορροφάται, μπολιάζει την ύλη. Ο σπόρος φυτεύεται, γονιμοποιείται. Και ύστερα από αιώνες, από χιλιετηρίδες, όταν πια οι ίδιοι οι φορείς έχουν απομακρυνθεί από το γήινο προσκήνιο, η τρικυμία των παθών γαληνεύει και οι αντιθέσεις συμφιλιώνονται. Και μέσα από τη συμφιλίωση αυτή, φωτεινό άνθος προβάλλει: η αρμονία, η τάξη, η Δίκη.                                                                                               

REFERRENCE:

  1. 1.       Αριστοτέλους, Περί ποιητικής, 1452a, 12-20.
  2. 2.       Αισχύλου, Προμηθεύς Δεσμώτης, 101-105, Βλ. «Prometheus», στο Aeschylus, (engl. transl. by Herbert Weir Smyth, Ph.D.), William Heinemann, Ltd, (London 1926).
  3. 3.       Βλ. Γιατρομανωλάκης, Γ. 1992, «Μορφές Βίας στην Τραγωδία», στο Δύο μελέτες για την αρχαία τραγωδία.
  4. 4.       Ανδριανού Ε. – Ξιφαρά Π. 2001, Αρχαίο ελληνικό θέατρο: Ο δραματικός λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο,
  5. 5.       ΕΑΠ, Πάτρα, 59. Lesky, A. 1981, Ιστορία της Αρχαίας Εληνικής Λογοτεχνίας5, (μτφρ. Α.Γ. Τσοπανάκης), Αφοί Κυριακίδη.
  6. 6.       Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕΑΤΡΟ Τεύχος 23.
  7. 7.       Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕΑΤΡΟ Τεύχος 35.
  8. 8.       Ο Πυθαγόρειος Εσωτερισμός. Σ. Τάκα.

Πηγή: ΛΥΚΟΜΙΔΗΣ

Σύνδεσμος στην Πηγή…

2021-03-14

«Προμηθέας Δεσμώτης» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καμαρωτού

ΑΙΣΧΥΛΟΥ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΔΕΣΜΩΤΗΣ

Μία θεατρική - μουσική σύνθεση στο Βαλλιάνειο Μέγαρο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, η οποία φτιάχτηκε εξαρχής για απευθείας αναμετάδοση.

  • Σκηνοθεσία - μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός
  • Απόδοση κειμένου στη νεοελληνική: Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος

Οι δύο ηθοποιοί, Αμαλία Μουτούση και Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης,  αναλαμβάνουν όλα τα πρόσωπα του έργου και η μεσόφωνος Άννα Παγκάλου τον Χορό. Για να γίνει σαφές ποιον χαρακτήρα υποδύονται κάθε φορά, οι ηθοποιοί χρησιμοποιούν μια συγκεκριμένη τεχνική, τις «ηχητικές μάσκες». Όλη η τραγωδία λειτουργεί σαν παρτιτούρα, ο λόγος σαν μουσική από λέξεις και η φωνή σαν μουσικό όργανο. Γύρω από τους ηθοποιούς, οι μουσικοί επιτηρούν και υποστηρίζουν.

Για πολλούς, η παράσταση αυτή είναι μία πολύ διαφορετική εμπειρία από ό,τι ίσως έχετε συνηθίσει... Μη σας φοβίζει αυτό! Μετά από τα πρώτα 10 - 15 λεπτά θα έχετε εγκλιματιστεί στο ποιητικό της σύμπαν. Αφήστε την να σας πάρει μέσα της και θα συγκλονιστείτε από τη δύναμη αυτού του τόσο υπαρξιακού και φιλοσοφικού κειμένου του Αισχύλου, το οποίο αναδεικνύεται με μοναδικό τρόπο μέσα από αυτή τη δουλειά ηθοποιών και μουσικών!

Η παρακολούθηση από οθόνης αυτής της μουσικής και θεατρικής σύνθεσης θα σας δώσει εντέλει πολλά περισσότερα από την παραστατική εμπειρία. Είναι μία παράσταση που σχεδιάστηκε για να είναι μια ζωντανή κινηματογραφική ταινία. Μια θεατρική μουσική παράσταση, έργο για ζωντανή αναμετάδοση. Δεν είναι μαγνητοσκοπημένη. Κάθε livestreaming είναι διαφορετικό κάθε φορά, με την έννοια της μουσικής του Δημήτρη Καμαρωτού, η οποία εξελίσσεται διαρκώς. Η δε μετάφραση του ποιητή Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου είναι αρχετυπική.

«Το αρχαίο δραματικό ποίημα του μύθου της προμήθειας της φωτιάς από τον Προμηθέα, ξεκίνησα να το μεταφράζω τον Σεπτέμβριο του 2014 (τώρα που σημειώνω, σε μια γωνία του μυαλού μου αναδύεται η σεφερική λέξη μεταγραφή για τις ενδογλωσσικές μεταφράσεις) και πρέπει να σταμάτησα να εργάζομαι σ’ αυτό στα τέλη της άνοιξης του 2018. Η εργασία έγινε τμηματικά, αποσπασματικά και λόγω πενθών σπασμωδικά, κάποιες φορές με ασυνήθιστη ταχύτητα καθώς γύρευα να προλάβω το θάνατο επιστήθιου φίλου, με παύσεις πολλές και επανεκκινήσεις. Υπάρχει ένα είδος γιάτρισσας συγκέντρωσης που ανθίζει στις απώλειες και στις καταστροφές. Τότε υπήρχε γιάτρισσα. Έπειτα η μετάφραση διάβηκε από ανεκπλήρωτες θεατρικές διαδρομές πριν φτάσει σε αυτή την παράσταση του Δημήτρη Καμαρωτού στο Βαλλιάνειο Μέγαρο. Σημειωτέον ότι ο φίλος συνθέτης ήταν από τους κοινωνούς του παλαιού σχεδίου και του σπόρου ο οποίος πολύ καρπόν φέρει».

Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος

Διαβάστε το κείμενο της κριτικού Όλγας Σελλά για την παράσταση εδώ:

«Προμηθέας Δεσμώτης» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καμαρωτού. Με την Αμαλία Μουτούση. Μια παραγωγή του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ)

2011-01-11

Last Edition









ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ
ΠΥΡΦΟΡΟΣ










Τιμῶντας
τόν Αἰσχύλο








Βασιλική Π. Δεδούση









Αθήνα
11-1-11



















Περιεχόμενα




 




 








 








Προλογίζοντας


Ένα δαχτυλίδι




Στο δάχτυλο φορούσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι ένα δαχτυλίδι ατσάλινο στολισμένο
με μια πέτρα απλή και πήγαιναν στην Ακαδήμεια, στο χώρο που βρισκόταν ο βωμός
και ο ναός του Προμηθέα, για να τιμήσουν τον Πυρφόρο ευεργέτη του ανθρώπου,
επειδή αυτός τα πάνδεινα έπαθε προκειμένου να υπερασπιστεί τις αρχές του και
καθιερώθηκε στη συνείδηση όλων ως ο αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου πνεύματος. Του
«άνω θρώσκοντος» πνεύματος του οποίου η ακατάπαυστη ορμή για ανάπτυξη δαμάζει
και θέτει στην υπηρεσία του τη φύση και τα στοιχεία της.

Το δαχτυλίδι είναι αυτό που, σύμφωνα με το μύθο, όταν ο Ηρακλής
έλυσε τον Προμηθέα από τα δεσμά του, ο Δίας υπέδειξε στον πρώην δεσμώτη να κατασκευάσει από το
ατσάλι της αλυσίδας του και από ένα κομμάτι του βράχου επάνω στον οποίο ήταν
δεμένος.

Με τον τρόπο αυτό ο
ατσάλινος δεσμός συνέχιζε να τον κρατάει δεμένο πάνω στον Καυκάσιο βράχο της
φρικτής του τιμωρίας.

Από τότε οι άνθρωποι
άρχισαν να κατασκευάζουν με τη σειρά τους δαχτυλίδια και να τα φορούν για να
θυμούνται πάντα την ευεργεσία, τη θεϊκή φωτιά και το βράχο της θυσίας.



Ένας τίτλος




Αισχύλου
«Προμηθεύς Πυρφόρος»



Το πρώτο μέρος της «Προμήθειας», της τριλογίας του μεγάλου
τραγικού. Ένα έργο που δυστυχώς χάθηκε, αλλά ένας τίτλος που με δυο λέξεις όλα
τα δηλώνει.

Γνωστός ο μύθος του Προμηθέα από τον Ησίοδο, από τον «Προμηθέα
Δεσμώτη» του Αισχύλου, από τον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα.

Γνωστός ο μύθος (με αρκετές παραλλαγές) σε όλον τον αρχαίο
κόσμο, που τιμούσε τον Προμηθέα, τον προστάτη και ευεργέτη του «κτηνώδους»  κατά τον Δία ανθρώπου. Της ανθρώπινης φυλής
που ο Δίας επιθυμούσε να εξοντώσει και να την αντικαταστήσει με άλλο πιο αρεστό
σ’ αυτόν είδος.

Στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο Προμηθέας επέλεξε να σώσει τους ανθρώπους, επέλεξε
ουσιαστικά να παρανομήσει αψηφώντας του Δία-δυνάστη την άδικη βούληση.

Ο συνετός και
προνοητικός Προμηθέας ανέλαβε τη σωτηρία και την όλη εξέλιξη του ανθρώπου.

Έγινε Πυρφόρος.

Η παρέμβασή του ήταν απόλυτα συνειδητή. Δικαίωσε το όνομά του, που σημαίνει
προγνώστης (προ+μανθάνω, ρίζα μαθ- και μηθ-).

Γνώριζε τη δύναμη της φωτιάς και της γνώσης και ήταν φορέας τους.

Ο προγνώστης – προφήτης προμήθευσε και, επειδή ουσιαστικά ενδιαφερόταν,
δίδαξε.

Έμαθαν απ’ αυτόν οι άνθρωποι και, αφού εξασφάλισαν τα προς το ζην, αφού
κατόρθωσαν να επιβιώσουν, με τη φωτιά και με τις τεχνικές ικανότητες, τα
επιπλέον επινόησαν —με τη χρήση των ίδιων δώρων— και πολιτισμό δημιούργησαν.

Για τον Αισχύλο στο
έργο “Προμηθέας Δεσμώτης” ο Προμηθέας χάρισε δώρα – γνώση – στους ανθρώπους για
να τους βοηθήσει να αποφύγουν τον αφανισμό (στ. 30-34, 108 – 109). ΄Εσβησε από
τους θνητούς το φόβο του θανάτου (στ. 261 – 262) έδωσε τη φωτιά στο ανθρώπινο
γένος (στ. 264), τις τέχνες (στ. 266) και τους έδωσε νου και σκέψη, την απαρχή
του πολιτισμού και όλων των τεχνών (Αρχιτεκτονική, Αριθμητική, Γεωργία,
Ναυσιπλοΐα, Ιατρική, Μαντική, Μεταλλουργία κ.ά).

Γλώσσα, γράμματα, γνώσεις τεχνικές και τέχνες, όλα τα δίδαξε στους
ανθρώπους ο Προμηθέας-δάσκαλος και ευεργέτης. Και στο εξής δεν εγκαταλείπει τον
άνθρωπο αλλά παρίσταται ως βοηθός και σωτήρας του σε κάθε δύσκολη στιγμή.



































Ένας στίχος,




Από τον Πυρφόρο του Αισχύλου:

«σιγῶν θ᾽ ὅπου δεῖ καὶ
λέγων τὰ καίρια»:

Σωπαίνοντας όπου πρέπει και λέγοντας τα καίρια.



Η μεγαλειώδης σιωπή του Προμηθέα προβάλλει τη δύναμη του νου και της ακαταμάχητης θέλησης.

Είναι η σιωπή του επαναστάτη που έχει την πεποίθηση ότι το δίκιο είναι με
το μέρος του.

Η σιωπή αυτού που επιλέγει με πλήρη επίγνωση, αυτού που αποφασίζει πότε θα
μιλήσει και πότε θα σωπάσει, που, ενώ γνωρίζει την τιμωρία του, δεν ενδίδει
στις απειλές.

Είναι η σιωπή του έξυπνου νου, της ακεραιότητας, της υπευθυνότητας μέχρις
αυτοθυσίας. Η σιωπή αυτού που υποφέρει από σωστές επιλογές.

Ο Προμηθέας γνωρίζει πράγματα που ο Δίας-τύραννος δεν ξέρει και επίμονα
επιζητεί να μάθει. Ο ανένδοτος επαναστάτης σιωπών αψηφά την τυραννική εξουσία
του Δία.

Η σιωπή του τον καθιστά αρχέγονο
σύμβολο του πνεύματος της ανεξαρτησίας απέναντι στην εξουσία.



















Μια προφητεία.




τοιοῦδε μόχθου τέρμα
μή τι προσδόκα,

πρὶν ἂν θεῶν
τις διάδοχος τῶν σῶν πόνων

φανῇ, θελήσῃ
τ᾽ εἰς ἀναύγητον μολεῖν

Ἅιδην κνεφαῖά
τ᾽ ἀμφὶ Ταρτάρου βάθη.

Αισχύλου
Προμηθεύς Δεσμώτης στ. 1026-1029







Μην προσδοκάς αυτά τα πάθια να τελειώσουν,

προτού κάποιος θεός φανερωθεί και φορτωθεί τους πόνους σου

και πριν, ο ίδιος θέλοντας, κατέβει στον Άδη τον ανήλιαγο

και στ’ άφεγγα βάθη του Τάρταρου.



Βασιλική Π. Δεδούση







 


Σκηνή 1η


Ο φόβος οδηγεί σε
ανάρμοστες και εγκληματικές ενέργειες, για τις οποίες ο ένοχος τιμωρείται.



Σύναξη των πρώτων Ολυμπίων θεών, των παιδιών της Ρέας.
Καλούν τη μητέρα τους προκειμένου να την παρηγορήσουν για τα δεινά και την
αδικία που υπέστη από τον Κρόνο, δίνοντάς της την ευκαιρία να τα αφηγηθεί για
να απαλλαγεί από τον αβάσταχτο πόνο της.



Τα πρόσωπα



Ρέα: Η Τιτανίδα αδερφή και σύζυγος του
Κρόνου. Καθόριζε τη ροή των πραγμάτων (Ρέα = αυτή που ρέει). Καθόριζε μέσα στο
βασίλειο του Κρόνου-Χρόνου την κίνηση και τη διαδοχή. Μητέρα τραγική των πρώτων
Ολύμπιων θεών.

Οι γιοι της Ρέας:

Ποσειδώνας

Πλούτωνας

Δίας

Οι κόρες της Ρέας:

Ήρα

Εστία

Δήμητρα



Χορός θεών[1]

Για αιώνες ο Κρόνος
- Χρόνος[2],

ευνουχιστής[3]
πανούργος, φιλοπάτωρ[4],

των σκήπτρων τ’ Ουρανού
σφετεριστής,

την πλάση διαφέντευε

και χρυσή την εποχή
του την είπαν

μιας κι όλα έρρεαν,

όλα, τα πάντα,

άπαντα,

σε ροή γαλήνια,
ατελεύτητη.

Ήρα

Ρέα[5],

ωσεί ρύακες

εις ροάς αενάους,

τα επίγεια,

τα ουράνια,

ρέουσιν, άπαντα.

Ω, Ρέα!

Αδερφή του κι
ομόκλινη,

στο χρυσό του
βασίλειο,

κινούσες με σοφία
και τάξη τα πράγματα.

Χορός

Έλα, Μάνα, κοντά μας,[6]

έλα τα πάθια σου να
πεις

της καρδιάς σου το
βάρος να γενεί αλαφρύτερο.

Έλα, Ρέα, έλα.

Οι στεναγμοί σου των
ανέμων ανάσες βαριές,

βρυχηθμός των
απύθμενων της Γαίας βαράθρων,

βουή των βυθών,

χειμάρρων πάταγος σε
άπονα βράχια,

νυχτερινές
θρηνωδίες, των δασών αντιβούισμα,

φοβερές οιμωγές
ψυχής σιωπηλής,

καρδιάς στερημένης
βουβός στεναγμός,

παραληρήματα άφωνα
πέτρας αγέλαστης.



Έλα, Μάνα, έλα….

Των τέκνων σου η
αγκαλιά θα γλυκάνει τον πόνο,

θα γιατρέψει τ’
αλησμόνητο τ’ άδικο.

Έλα, Μάνα, έλα κοντά
στα παιδιά σου.

Ρέα

Ποια μάνα τάχα
μπορεί

σαν τη φωνή των
παιδιών της ακούσει

να μην προστρέξει
και να ‘ρθει;

Παιδιά μου, γλυκανάσες
μου,

άνθια των κήπων
μυριστά και αγρολούλουδά μου,

ολόγλυκες αγάπες μου,
χαρούμενές μου ελπίδες!



Μωράκια δε σας
χάρηκα κι απ’ τη δική σας γέννα

μονάχα οι πόνοι μου
‘μειναν για να ‘χω να θυμάμαι.

Έτρεμ’ η Γαία η μάνα
μου όταν κοιλοπονούσα

και των βουνών οι
κορυφές θαρρούσες πως θα πέσουν.

Έσκαγαν βράχια, χαλασμός,
σε κομματάκια μύρια,

και τα δεντριά
τσακίζονταν μέσα σε μαύρες χούνες.



Δεν ήσαν πόνοι του
κορμιού,

του τοκετού ωδίνες,

μα ήσαν σπάραγμα
ψυχής,

μαράζι μαύρο της
καρδιάς,

θρήνος οδύνης κι
οδυρμός

που τα παιδιά θ’
αρπάξει.

Χορός

Της κάθε μάνας, σαν
γεννά και σαν κοιλοπονάει

τα βογγητά κρύβουν
χαρά, που βρέφος θ’ αγκαλιάσει.

Ρέα

Και ειν’ αυτές οι
θύμησες

βράχια βαριά,
γρανίτες εκατότονοι

επάνω στ’ άσπρα
στήθια μου

που βρέφος δε
θηλάσαν.

Έξι παιδιά μεσ’ στην
κοιλιά

στην αγκαλιά κανένα.



Κορίτσια, αγάπες μου
γλυκές,

Δήμητρα σταχοφόρα,
Ήρα μου εσύ πανέμορφη

και συ σεμνή μου
Εστία,

αγαπημένες κόρες
μου, στολίδια της ζωής μου,

κι αγόρια μου,
λεβέντες μου,

θαλασσινέ μου
βασιλιά, μεγάλε Ποσειδώνα,

πανέμορφέ μου
Πλούτωνα μέσα στη σκοτεινιά σου

και, Δία στερνοπαίδι
μου,

πρωτάρχοντα και
κύριε της οικουμένης όλης,

παιδιά μου,

ελάτε, στην αγκαλιά
της μάνας σας,

ελάτε αθάνατα
παιδιά,

που άστοργα κι
άσπλαχνα

ο πανούργος πατέρας
σας Κρόνος,

για αιώνες,

ένα προς ένα
κατάπινε.

Χορός

Για αιώνες,

Δήμητρα

από φόβο που τα μέλη
του έλυνε

τα παιδιά του τ’
αθάνατα κατάπινε άστοργα.

Ήρα

Από φόβο,

Χορός

Τιτάνιος θεός,
ανελεύθερος δούλος τιτάνιου φόβου.

Απ’ το φόβο,

ο δαμαστής κι
αφέντης των πάντων

δαμάστηκε.

Εστία

Δεσμώτης ο φόβος
θεών και θνητών

σε πράξεις ανόσιες
σπρώχνει.

Λυσιμελής ο τρόμος

με χίλιους κόμπους
άλυτους τη βούληση δένει

και —τι κι αν είναι
θεός;—

τιποτένιος κι
ανάξιος δούλος του γίνεται

Χορός

Από φόβο

την εξουσία μη χάσει

κι αδύναμος ξοριστεί

σαν το γεννήτορα,

Ήρα

από φόβο, μην πάνω
του πέσουν

τα ουράνια πάθη,

Χορός

από φόβο,

τέτοια που έκαμε

παρόμοια μη λάβει,

τα παιδιά του ο θεός ο Τιτάνιος

κατάπινε άστοργα.

Ρέα

Τις γέννες μου
περίμενε και σαν ερχόταν η στιγμή

τα μωρά μου κατάπινε.

Τέλος, στην έκτη
γέννα μου,

αντίς για βρέφος
θεϊκό λιθάρι φάσκιωσα,

τον αφαλό της γης[7],

και κείνος,

απ’ τη Γαία
ποτισμένος

με τη μαύρη του
μαντραγόρα ψυχή,

με μιας την κατάπιε.

Χορός

Ψεύτικη γέννα,
ωδίνες ψεύτικες.

Η γυναίκα τα πάντα
μπορεί

για να σώσει από
άντρα σκληρό τα παιδιά της.

Ρέα

Σαν έφτασ’ ο χρόνος,

που απ’ τον ίδιο τον
Κρόνο, άθελά του, ορίστηκε

πίσω να πάρω τα
παιδιά,

με μια της ματιά η
μάνα με πρόσταξε:

«Ίσια να πας, ευθεία.

Πάρε τη στράτα τη
φαρδιά,

πήγαινε κι έλα.

Ευθεία.

Όχι λοξοδρομίσματα,
σε στέλνω απ’ ανάγκη.

Βοτάνια φέρε,

των σπλάχνων μου
χορτάρια φοβερά,

να φτιάξω φίλτρα,

τον άκαρδο σε
λήθαργο να ρίξω

απ’ τ’ άπατο στομάχι
του να βγούνε τα παιδιά σου».



Κι ανέβαινα μονάχη.

Ήταν σκοτάδι γύρω
μου και άγριος ο χειμώνας.

Ένα – δύο, ένα – δυο

κυλούν τα δεύτερα…

και σε εξήντα διπλά
μετρήματα

—τόσα θα πρέπει να
’ταν—,

όσο κρατάει να
ειπωθούν δέκα θλιμμένοι στίχοι,

ο πανδαμάτορας
Κρόνος

σε μια βαθειά του
πτύχωση

—τη δίνη των δεινών—

το νου μου παγιδεύει.

Βούιξε ο τόπος του
μυαλού.

Αποχαιρετισμού
σκοπός, ρυθμός αγχωμένος,

ιοβόλα χτυπήματα
ύπουλα.

Μια μουντή, ζωντανή
καταχνιά,

οσμή αίματος,
απόηχος ζωής που τέλειωσε

και τελευταία
αίσθηση

η άρνηση να
συνεχιστεί τ’ αβάσταγο.



Μάζεψα πικροβότανα,

—ποια, πώς και από
πού, για με θα το κρατήσω—.

Με γαλιφιές και
πονηριά η Γαία μάνα

το μαυροζούμι του
‘δωσε,

κι αυτός

ξαστόχαστα και
λαίμαργα,

κάτω απ’ το
χαιρέκακο το βλέμμα τ’ Ουρανού,

τ’ ολόγιομο το
κύπελλο στράγγιξε.

Σε ύπνο έπεσε βαρύ,

και το βαθύ στομάχι
του

τη φύση
ανταριάζοντας

ξέρασε τα παιδιά
του.



Τ’ άλλα, όσα
γενήκανε, θαρρώ πως τα γνωρίζετε.

Απόστασα, κουράστηκα
τα πάθια ν’ αφηγιέμαι.

Είν’ όλα εδώ, εδώ,
στο τώρα

όλα, μα όλα τώρα
γίνονται

-και τα καλά και τ’
άλλα-

και δεν υπάρχει
λησμονιά, απόσταση, ξεθώριασμα,

μήτε θαμπές εικόνες.



Όλη μου η ζήση σε
μιας μέρας το ξεδίπλωμα,

που όλο και
αυγαταίνει,

και δεν ξεχνώ.

Ευτυχώς!

Είναι εδώ το
παράπονο για τ’ άδικο

ατόφιο, αδρό και
άκαρδα άγριο.

Το συρτάρι της λήθης
μου άδειο.

Είμαι εδώ, είναι
εδώ, όλα εδώ

και ο χρόνος
ανύπαρκτος,

συμβατική μοναχά
«σταθερή» για το μέτρημα.

Ευτυχώς!

Αλίμονο σε όποιον
λησμονάει

και τρισαλί σ’ αυτόν που τη ζωή του αρνιέται.

Δήμητρα

Σώπαινε, μάνα,
τελειώσαν αυτά

που οι ανθρώποι στις πλάτες σου ρίξαν.

Το πριν, το μετά και το τώρα,

σαν ένα τα νιώθεις, το ξέρω.

Σώπαινε Μάνα, να ξεχάσεις δε λέω, δε γίνεται.

Το ζω και το ξέρω

απ’ όλους κι απ’ όλες καλύτερα.

Ήρα

Σώπαινε Μάνα,

το στερνό σου παιδί,

απ’ της Ίδης το πανώριο το άντρο κινώντας,

τον πανδαμάτορα Χρόνο,

τον πατέρα μας Κρόνο,

τον δάμασε,

τη θέση του πήρε και όρισε

στο θρόνο του πάνω να μένει ακίνητος

με δεσμά άλυτα, άρρηκτα,

της Γαίας, τ' Ουρανού

της οργής και του μίσους αντίδωρα

για το άδικο που έπραττε,

τα παιδιά του από
φόβο να τρώει.

Εστία

Μέρωσε Μάνα.

Των πραγμάτων η
τάξη, το δίκιο, ζυγιάστηκαν.

Η Δίκη το δίκιο της
πίσω το πήρε.

Όλα καλά….

Και στο Καλό, για
την ώρα, πορεύονται.

 


 








Σκηνή 2η


Η προσφορά του
Προμηθέα-Πυρφόρου



Στη σκηνή ο χορός των ανθρώπων, αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου
γένους που ευεργετήθηκε από τον Προμηθέα, πανηγυρικά εξιστορεί όσα αγαθά ο Πυρφόρος
προσέφερε και του αποδίδει τιμές.



Τα πρόσωπα:



Δωδεκαμελής Χορός των
ανθρώπων

Ιερέας

Πρωτομάστορας

Γεωργός

Ναυτικός

Καλλιτέχνης

Γιατρός

και οι γυναίκες σύντροφοί τους.





Χορός Ανθρώπων[8]

Επάνω, στον πανύψηλο
Όλυμπο,

ο Δίας το θρόνο του
έστησε,

γεννήτορας έγινε
νέων θεαινών και θεών

—όλοι και όλες
παιδιά του αθάνατα—

και αυτός, πατέρας-Αφέντης,

τη δική τους τη
θέληση ορίζει.



Κι ήταν η πλάση
ολόκληρη,

γης, ουρανός και
θάλασσες,

όλα καλά κι όλα σοφά

και μ’ ομορφιά
χτισμένα.

Ζωή καμιά και
πουθενά μια ζωντανή θνητή ανάσα.



Μα σαν εκόντεψ’ ο
καιρός ζωή στη γης ν’ ανθίσει

κατέβηκαν και οι
δώδεκα σε σπήλαιο ανήλιαγο

βαθιά στης γης τα
έγκατα τα ζωντανά να πλάσουν,

με λασπονέρι, με
φωτιά

και μ’ όσα άλλα
υλικά μ’ αυτά ανακατεύονται,

τα φτιάξαν ζωντανό
πηλό

και σε καλούπια τάβαλαν.

Κι όσα πετούν και
περπατούν

και κολυμπούν και
σέρνονται

τα πλάσαν οι
αθάνατοι.

Μα πα’ στην κρίσιμη
στιγμή που ‘ταν να τα στολίσουν,

τα παρατήσαν κι έφυγαν.

Ιερέας[9]

Και φώναξαν εσένα,
Πυρφόρε Προμηθέα,

εσένα και τον άλλον,

-π’ όση σοφία έχεις
εσύ

τόση από κείνον
λείπει-.

Χορός

Ο άλλος τότε, ο δίδυμος

και σ’ όλα αντίποδάς
σου,

όλα τα δώρα στα
ζωντανά τα μοίρασε

κι άφησε εμάς
αστόλιστους κι άοπλους.

Ιερέας

Όλα τα δώρα ξόδεψε στο στόλισμα των ζώων.

Φτερά και δέρματα σκληρά,

δόντια αιχμηρά και τρίχωμα πυκνό

τρέξιμο γρήγορο,

και φτεροπεταγίσματα

στον γαλανόν αιθέρα.

Κι άφησε, ο ανόητος, για μας

μονάχα λίγες τρίχες

και κάτι νύχια άχρηστα,

μ’ αυτά να πορευτούμε.

Χορός

Επιμηθέα, ανόητε κι ασύνετε,

γυμνούς μας άφησες,

ολογυμνούς και χωρίς τρίχωμα,

γυμνούς κι ανυπόδητους

ακάλυπτους κι άοπλους.

Στα υγρά κι ανήλιαγα λαγούμια

της γης τρυπώναμε

σιχαμεροί ασπάλακες.

Τυφλά τα μάτια μας,

θωρούσαν μα δεν έβλεπαν.

Ήχους τ’ αυτιά μας άκουγαν

χωρίς να ξεχωρίζουν.

Ο νους τυφλός και στο μυαλό σκοτάδι.

Η φτερωμένη σκέψη ανύπαρκτη,

επίπεδη, ανίκανη να βρει,

να μάθει, να νοήσει, να προκόψει.

Ιερέας

Ο νους ο αφώτιστος σκλάβος του φόβου γίνεται

για τ’ ανερμήνευτο,

άθλιος δούλος του
τρόμου

για τ’ ανεξήγητο.

Χορός

Ο ουρανός, η γης, τ’
αγρίμια

εχθροί μας

και μείς δρομείς του
πουθενά

από του Δία την οργή
την αστραπόβολη

αλάργα να βρεθούμε,
να σωθούμε,

που τ’ αχαμνά του
πλάσματα, τ’ ακόσμητα

γύρευε να ξεκάνει.

Ιερέας[10]
- Ιέρεια

Σε σένα τα πάντα
χρωστάμε,

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη
μας.

Τα δικά σου τα χέρια

τον πηλό ξαναπλάσαν

και τη μορφή των
θεών μας χαρίσαν,

Χορός[11]

όρθια, στητή
κορμοστασιά

και βλέμμα που
ολόψηλ’ αγναντεύει.

Και, για δική μας
χάρη και χαρά,

της φωτιάς της δικής
τους,

της σπίθα του νου
και της τέχνης τη φλόγα

—πολύτιμο, ανεκτίμητο
δώρο—

κοινωνούς και
κατόχους μας έκανες.

Ιερέας

Βωμούς κι αγάλματα
θεών

πρώτα να φτιάχνω μ’
έμαθες

να γλυκαθεί η οργή
τους,

που αποδέκτη κλοπής
με λογάριαζαν.

Τσίκνα απ’ τα σφάγια
και κάπνα

οι προσφορές μου,

Χορός

το τίποτα…

Ιερέας

Καπνοί από λιβάνια
και φυτά μυρωδάτα,

γαλιφιές και λόγια
του αέρα,

ύμνοι λατρευτικοί,
αλλά από φόβο…

οι προσφορές μου,

Χορός

το τίποτα…

Ιερέας

… οι προσφορές
μου

τσίκνα από λίπη και
κοιλιές

όχι ψαχνά του
σφάγιου,

—αυτά για μας τα
όρισες—,

Χορός

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη
μας.

Ιερέας

Και να μαντεύω μ’
έμαθες.

Πλάτες προβάτων,

των όρνιων τα
πετάγματα,

οι κεραυνοί και οι
σεισμοί,

το μαύρο ήπαρ του
βοδιού,

τα Μορφικά τα
όνειρα,

των Δρυάδων
ψιθυρίσματα,

τα λόγια απ’ τις
μορφές των νεκρών

σε υδάτινο
καθρέφτισμα,

όλα, μα όλα,

τα όπλα μου είναι,

και τ’ άγνωστα
μελλούμενα κατέχω.



Έτσι αντιπαλεύεται
αυτό που εκείνοι ορίζουν

κι αλλάζει η μοίρα.

Ο άνθρωπος γίνεται
αφέντης της ζωής του και κύριος.

Χορός

Η αγάπη μου όλη για
σε,

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη
μου.

Πρωτομάστορας

Όλα τα ζωντανά της
γης

θεριά κι αγρίμια
φοβερά

ή καλομερωμένα,

ξέρουν το πως να
φυλαχτούν

και που να
καταλύσουν.

Εγώ δεν είχα μοναχά

τόπο να μείνω μόνιμα

και μέρος να ριζώσω.



Άπατρις και
πλανώμενος,

θύμα ταλαίπωρο,

δίχως της γνώσης
μυστικά,

σπίτι να χτίσω
στέρεο

να γίνω φαμελιάρης.



Τα μυστικά της
τέχνης

εσύ μόνο μου τα
‘μαθες, Πυρφόρε Προμηθέα.

Τον τόπο βρίσκω το
σωστό,

να ‘χει κοντά
νεροπηγή, για ποταμό, για λίμνη

και κατά τις ανάγκες
μου μετρώ, υπολογίζω

και με μυαλό και
σύνεση

σπιτάκι θεμελιώνω.

Χορός

Το φτωχικό σπιτάκι
μας, η πρώτη μας πατρίδα.

Πρωτομάστορας

Ραντίζω το λιθάρι
που πρώτο βάζω μες στη γης,

το ακρογωνιαίο,

με αίμα αλέκτορα
περήφανου

και κοκκινολειράτου,

για να χορτάσει ο
Εγκέλαδος

και σπίτι μη
γκρεμίσει.

Την αγωνία μου πρόλαβες.

Χορός

«Με το σωστό το
λογισμό ο φόβος λιγοστεύει

και πάντοτε τα
δύσκολα βγάζουν το παλληκάρι.

Φτιάξ’ το γερό, μου
είπες, τον κόπο μην τον λυπηθείς,

σε τόπο κατάλληλο
χτίζε, πα σε εδάφη στέρεα

και τότες τον
εγκέλαδο οι άλλοι θα φοβούνται».

Πρωτομάστορας

Έτσι κι εγώ, πέτρες
μεγάλες, κοτρώνες, λαξεύω

ή φτιάχνω πλίθια

με λασποχώμα
κόκκινο, άχερα, αυγά

και με μαλλιά
κατσίκας.

Στον ήλιο τα ξεραίνω
και αρχινώ το χτίσιμο.



Τους τοίχους της
υπομονής φτιάχνω γερούς,

για να ‘ν το σπίτι
στεγανό και καλοστεριωμένο.

Από τον άγριο το
βοριά χτίζω ντουβάρια πιο παχιά

με παραθύρια λίγα

κι απέξω ελιές,

λιοστάσι.

Και να!

Τα κιούπια μου
γεμάτα

με χυμό ζωής
καταπράσινο.



Από του νότου τη
μεριά

κληματαριές για τη
δροσιά στα καύματα του θέρους.

Και να!

Τσαμπιά σταφύλια ζουμερά
στο τραπέζι μου.

Χορός

Το φτωχικό σπιτάκι
μας, η πρώτη μας πατρίδα.

Γυναίκα πρωτομάστορα:

Στη μέση,

στης ζωής και του
σπιτιού μου το κέντρο,

φτιάχνεις μια στια,
πυροστιά

και κρατώ τη φωτιά
μας

ακοίμητη.

Χορός

Η φωτιά ακοίμητη,
ακοίμητη.

Γυναίκα πρωτομάστορα:

Και κρατώ εσένα
Εστία

παρούσα,

Χορός

Η Εστία παρούσα,
παρούσα

Γυναίκα πρωτομάστορα:

τη δική σου,
Προμηθέα, τη φλόγα,

άσβεστη,

Χορός

Η φλόγα άσβηστη,
πάντοτε άσβεστη,

Γυναίκα πρωτομάστορα:

δημιουργίας πυρφόρα
πνοή,

που φωτίζει,
ζεσταίνει και δίνει

στου σπιτικού μου τη
ζήση

ασφάλειας γαλήνια
θαλπωρή,

ζωντάνια γελαστή και
ακλόνητη δύναμη.

Χορός

Το φτωχικό σπιτάκι
μας, η πρώτη μας πατρίδα.

Σπιτάκι καλοσκέπαστο
και ομορφοφτιαγμένο.

Πρωτομάστορας

Την τέχνη αυτή,

πόχει το νου για
μάστορα,

το σώμα δουλευτάρη

και στου μυαλού τη
δούλεψη

παλληκαράδες δέκα,

σε σένα μόνο τη
χρωστώ,

Πυρφόρε Προμηθέα

Προστάτη κι ευεργέτη μου.

Γεωργός – και η σύντροφός του[12]

Τα μυστικά της Δήμητρας
μου ’μαθες

και γίνηκα της γης
τρυφερός εραστής,

και παιδευτής
ακούραστος.

Μου ’πες:

«Στον ουρανό η
ματιά σου πάντα.

Τ’ Αυγερινού το
κάλεσμα,

του Αποσπερίτη τ’
αθόρυβο διάβα

μη χάνεις,

των εποχών τις
αλλαγές μάθε ν’ ακούς,

να οσμίζεσαι απ’ των
ανέμων την ανάσα

και τ’ αλλιώτικο
φύσημα».

Γυναίκα

Μου πες: «Μάθε ν’
ανθίζεσαι,

πότ’ είν’ η ώρα, για
σπορά,

για θερισμό, για
λίχνισμα και γι άλεσμα

και γι αμπελιού τον
τρύγο,

για λιόκαρπου το
μάζωμα

και πότε πρέπει σ’
οψιγιά[13]
ν’ απλώνεις τα σταφύλια».

Γεωργός

Και γίνανε τα φοβερά
των εποχών γυρίσματα

φίλοι και σύμμαχοί
μου.

Με χαλινάρια, με ζυγούς

τ’ άγριο ταυρί το
μέρεψα,

και τ’ άτι το
ατίθασο

φίλος μου γίνηκε

και γλήγορό μου
πόδι.

Της μάνας Γαίας
φροντιστής,

μ’ αυλάκια
καλοφρόντιστα ποτίζοντας το χώμα,

καρπίζω τ’ άγονα,
στα λεπτόγαια σπέρνω,

στα χρυσοτόπια της
Δήμητρας

κυμματισμοί ευλογίας
αέρινης,

των κόπων μου τα
δώρα.



Αγρίμια δάμασα,

συντρόφους
οικόσιτους, βοηθούς ακάματους

στο σκληρό της γης
τ’ όργωμα τα ’καμα.

Το χέρι μου τ’
αδύναμο,

με τ’ αλετριού το
σίδερο και του μυαλού τη φλόγα,

εγίνηκε κατακτητής

και στέριωσα και
πρόκοψα.

Γυναίκα

Γεμάτη η αυλή μου
μερωμένα ζωντανά,

όλα στη δούλεψή μου,

πλέριες οι αποθήκες
μου,

με ξηροκάρπια και
τροφές

για τους βαριούς
χειμώνες.

Χορός

Κι αυτά χάρη σε
σένα,

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη
μας.

Ναυτικός

Όποιο μέρος του
κορμιού μου κι αν στύψεις

θαλασσόνερο θα βγει.

Αρμυρό.



Με όπλο το νου, που
ερευνά, συγκρίνει,

 αποτυπώνει και φτάνει στη γνώση

—δώρο από σένα,
Πυρφόρε Προμηθέα—

το πλεούμενο —ένα με
μένα που ‘ναι—,

επιδέξια ορίζω,

κι ο Άξενος Πόντος,
Εύξεινος πια,

τον ιχνηλάτη του
άπιαστου,

τον δαμαστή
καλοδέχεται,

ερέτη επιδέξιο,
παγιδευτή ψαρά,

κι έμπορο μεταπράτη.



Σε όρμους νηνεμίας
απάνεμους,

καιροφύλακας των
ανέμων των ούριων,

—προσμονή, υπομονή
κι απαντοχής σκληράδα—

μέχρι να πνεύσει ο
Ζέφυρος,

μέχρις η Λευκοθέα[14]
ν’ απλώσει τα λυτά μαλλιά,

μιαν αγκαλιά
αφροστόλιστη

τριγύρω στο σκαρί
μου,

για να ναι
καλοτάξιδο.



Αυλακωμένα τα χέρια
μου, δες.

Των χεριών οι
παλάμες χαραγμένες βαθιά,

τραχιά των σκοινιών
μονοπάτια,

της αγριάδας των
κυμάτων καθρέφτες.

Χορός

Όσο αγριεύει η
θάλασσα,

τόσο η ψυχή βαθαίνει.

Ναυτικός

Το δικό μου το αύριο
ξέρω τι κρύβει.

Ναυάγιο, φουρτούνα,

μπουρίνι άξαφνο, ολοσκότεινο,

για ταξίδι
απρόσκοπτο,

όλα τα λογαριάζω
προτού ν’ ανοίξω το πανί

και ξανοιχτώ στο
πέλαγο.



Όντας χτυπάνε το
σκαρί τα τρομερά δρολάπια

και ο πλατύς ορίζοντας
απ’ τη ματιά μου φεύγει

και σμίγουν Γαία κι
Ουρανός τέρατα να γεννήσουν,

τότες στυλώνονται
γερά τα δυο μου τα ποδάρια,

χώνονται, λες, μέσα
στη σάρκα του σκαριού,

βιδώνομαι και στο
κατάρτι δένομαι

το κύμα μη με πάρει.

Κύμα το κύμα,

μια πάνω μετέωρος,

μια κάτω χαμένος στα
άπατα βάθη,

παλεύω και μάχομαι

με στέρνο φουσκωμένο

από μιαν άγρια χαρά,

που όμοιά της καμιά οι
στεριανοί δε γεύονται.



Την τραχιά μου την
όψη

σμιλέψαν, χαράξαν οι
άνεμοι,

του ήλιου η κάψα, οι
καιροί οι αντίξοοι,

κι η διψασμένη
αρμύρα της θάλασσας.

Μα πιότερο απ’ όλα,
δώρο μου κάναν τη ματιά,

το καραβίσιο βλέμμα,

—αγριάδα και γλύκα
μαζί—,

πόχει το χρώμα του
χαλκού σαν αγριεύει το πέλαγο

το γαλανό και
ξάστερο, όταν αυτό μερεύει.

Χορός

Θαλασσογράφος
πίνακας

σ’ όλα του Πόντου τα
χρώματα.

Ναυτικός

Πλατιά η ψυχή σαν τη
θάλασσα.

Η καρδιά, του
κρυσταλλένιου νερού

καθάριο
αντιφέγγισμα.

Τα λόγια μου λίγα,
κοφτά και σταράτα,

καταφυγιώτες στις
ρωγμές των κυμάτων,

αισθήσεων ο λόγος.

Μάινααα καρδιά,
όοοορτσα ψυχή.

Στις ρωγμές των
κυμάτων τρυπώνουν οι λέξεις,

του πελάγου
αντιβούισμα, χαραγμένος αχός

ζωντανεύουν το
πέλαγο

και με τα πλάσματά
του

αρχινώ τις
κουβέντες.



Τα πελάγια ρεύματα
οι δικοί μου οι δρόμοι.

Η ψυχή μου ακρόπρωρη

—άροτρο, λιβαδιών
χαλκογάλανων—,

ορμητικά
διαβαίνοντας

στα μάτια μου μπρος
τους χαράζει

καθαρούς, διαυγείς
για σταθερή πορεία.



Στις άφεγγες νυχτιές,
τις άνεφες κι ατέλειωτες,

τ’ αστροκεντήδια του
θόλου του ουράνιου,

των εποχών ανάλογα,

φάροι που ανάβουν
για χάρη μου,

την ευθεία να βρίσκω
στις πελάγιες στράτες.

Στης μέρας το φως,

των δελφινιών
συντροφικά ξεπετάγματα,

αγαπημένοι φίλοι και
πλοηγοί αλάνθαστοι.

Δεν την αντέχω την στεριά.

Αντραλίζομαι.

Στου σκαριού μου τη
ράχη τα βήματά μου σταθερά,

το χώμα σαν πατώ
παραπαίουν.

Της Γης και του
Αιθέρα ο γιος,

ο Πόντος ο απέραντος,

το σπιτικό και το
βιός μου.

Κι άμποτες, σαν έρθ’
η ώρα η καλή,

χώμα μη με σκεπάσει.

Η θάλασσα να με
δεχτεί

κι ένα μ’ αυτή να
γένω

Άμποτες.

Καλλιτέχνης[15]

Στου είναι μου τα
μύχια

το φως σου το ‘νιωσα
θερμό, αέρινο άγγιγμα,

Πυρφόρε Προμηθέα.

Ερωτευμένος κυνηγός,

ταγμένος οπαδός του
άπιαστου Ωραίου

και θέλω να το
κλείσω στην άκρη της γραφίδας μου,

στο χτύπημα της
σμίλης,

σε τέλειες γραμμές
σχημάτων νοερών,

σε συγχορδίες
αρμονικών διαστημάτων,

να δείξω, όσο μπορώ
και δύναμαι,

δειλά να προσεγγίσω
με λόγο, χρώμα, μουσική,

να φανερώσω τ’ άλλα,

που είναι εκεί, το
ξέρω, εκεί

κι εγώ απλός μύστης
τυφλός

ψηλαφιστά τ’ αγγίζω

μα γνώστης τους και
κάτοχος δεν είμαι,

δεν είμαι.

Χορός

Ψηλά η ματιά.

Εκεί η αλήθεια
κρύβεται,

αόρατη κι ανύπαρκτη
για το ανόητο μυαλό

επενδυτών
κοντόφθαλμων

φθαρτής και
χωματένιας ύλης.

Καλλιτέχνης

Ψηλά η ματιά.

Το επέκεινα Κάλλος
μαγνήτης,

της ψυχής γητευτής,

να θυμηθεί την
καλεί, να νοήσει

—όσο μπορεί και
δύναται—

του αληθινού την
ομορφιά,

την αΐδια κι αλώβητη
των Ιδεών ουσία.



Στου μυαλού μου τα
βάθη μια λέξη, δυο, τρεις.

Η πρώτη ιδέα, η
σύλληψη.

Διάχυτο γύρω της
πυράς σου το φως

την ύπαρξή μου
κλείνει θερμά,

σαν αγκαλιά, σαν
ζωογόνα ανασεμιά

κι αγαπημένο χάδι.

Χορός

Κυοφορεί ο νους,
μοχθεί, μέχρι να πάρει σχήμα

η σπινθηρίζουσα
έμπνευση,

και να γενεί τραγούδι, λόγος, πίνακας,

Δεν είναι όλα Τέχνη.

Δεν είναι Τέχνη όλα
αυτά, που οι άνθρωποι

καυχιούνται και
επαίρονται πως έχουν και κατέχουν.

Χάρισμα είναι τ’
Ουρανού,

σ’ όποιον το δέχετ’
έτσι

και εξαρχής
στοχάζεται πως το χρωστάει σ’ όλους.

Καλλιτέχνης

Σαν της ζωής σου οι
χίμαιρες ξοπίσω σου ορμούν,

και στόχο έχουν
βάλει βάρος να γίνουν αβάσταγο

να σε κρατήσουν
χαμηλά, να ξεχαστείς, να φοβηθείς

και ν’ αρνηθείς
ανέβασμα κοπιαστικό

στα εννιά κλιμακωτά
της Τέχνης τα γιοφύρια,

με νου παραδομένο σε
ζάλη μέθης νηφάλιας,

Χορός

και στόχο έχουν

ν’ αρνηθείς να δεις
και να γενείς ο δέκτης,

όσων ο Ουρανός,
χωρίς φειδώ, απλόχερα

σε ταπεινούς
χαρίζει,

Καλλιτέχνης

τότε, έντιμο θάρρος
κι εγρήγορση,

μέχρι να πεις:

«Εγώ ούτε μπορώ,
ούτε ξέρω».

Υπέρβαση.



Των παθών εγκρατής
της Σοφίας ο φίλος.

Αυτό μ’ έμαθες,
Πυρφόρε Προμηθέα.

Ερευνητής του
ωραίου, ταπεινός,

της Σοφίας ο φίλος, της άγνοιάς του ο γνώστης.

Έτσι μονάχα γίνεται
ο νους, μεσ’ στη σιωπή του,

του άπειρου
συμπορευτής,

ερμηνευτής αθόρυβος,

για να πάρουν,

μέσα απ’ αυτόν,
διάσταση οι άυλες ιδέες,

με τη θαυμαστή των
γραμμάτων σειρά,

του λόγου την τέχνη,

και τη γραμμή των
αριθμών την ατελεύτητη.

Να συνταιριάξουνε
σωστά, λόγια, σχημάτων χρώματα,

πνοή να πάρουν τ’
άψυχα,

τα άσχημα τα
αταίριαχτα

μ’ αρμονικά ταιριάγματα,
όλα να μπουν σε τάξη,

όλα να πάρουν και
σχήμα και νόημα.

Χορός

Κυοφορίας αγωνία
γλυκιά,

ανεπαίσθητος φόβος,
λαχτάρα μητρική

γι αυτό που
επίκειται,

σαν βρέφος τρυφερό,
καλοδεχούμενο,

άγνωστο στη μορφή,
που τόσο οικείο είναι.

Καλλιτέχνης

Σαν φτάσει η ώρα του
τόκου,

μεμιάς ευδιάκριτες
πια οι μελωδίες.

Η ώρα του τόκου σαν
έρθει, παίρνουν μορφή τελική

των συναισθημάτων οι
λεπτές αποχρώσεις,

τα άπειρα ακαθόριστα
σχήματα,

των στίχων οι
αράδες, οι ρυθμοί,

και οι χοροί των
ασμάτων.

Μέσα απ’ την ύλη τη
φθαρτή η ματιά,

—η άλλη ματιά, αυτή
που διακρίνει

χρώματα άλλα, ήχων
μελωδίες πρωτόγνωρες—,

αυτή η ματιά, αυτές
οι αισθήσεις,

πηγές δειλά
αναβρύζουσες,

γίνονται των παιδιών
της ψυχής μου οι ανάδοχοι.

Χορός

Ο τόκος μέσα στο
Καλό,

—και το Καλό ειν’ τ’
όμορφο—

δημιουργός ωδίνη,
πόνος γλυκός και μόχθος.

Καλλιτέχνης

Σαν το μυαλό
γεννάει, στιγμές απομόνωσης.

Όντας πάσχει του
μυαλού το υπογάστριο,

με λένε απόκοσμο, παράξενο,

μοναχικό κι απόμακρο
άνθρωπο.

Όχι δεν είμαι.

Μοναξιά, έτσι
νομίζουν όλοι,

μα η πλάση ολόκληρη
είναι μαζί μου

και συ, ο σύντροφός
μου,

αναμμένη κρατάς,
Πυρφόρε, τη φλόγα,

μέσα και γύρω μου,

σε στιγμές οδυνηρής
ευτυχίας.



Τα έργα, παιδιά μου,

παιδιά μας.

Τα έργα ύμνοι, και
δοξαστικοί για τον Πλάστη παιάνες.

Τα παιδιά μας,
εκφάνσεις ψυχής δεκτικής, ανοιχτής,

της ζωής θριαμβικά
αντηχήσματα.

Χορός

Φτερά ψυχής βγάζ’ η
καρδιά

και το μυαλό
αισθάνεται την ομορφιά του κόσμου.



















Σκηνή 3η


Το ανθρώπινο γένος
απολαμβάνει τα δώρα του Προμηθέα και προκόβει.



Οι έξι γυναίκες στήνουν χορό χαράς, για να τιμήσουν τον
Προμηθέα.

Με τον «πεντάχορο» χορό τους, όσες και οι φάσεις στη ζωή
μιας γυναίκας, δημιουργείται ατμόσφαιρα ευωχίας που προκαλεί τον φθόνο του Δία.

Ακολουθεί ο μύθος της Πανδώρας και των δεινών που προκάλεσε.

Ο γιατρός φωτισμένος από τον Πυρφόρο γλιτώνει τους ανθρώπους
από τον όλεθρο.



Τα πρόσωπα



Δωδεκαμελής Χορός των
ανθρώπων

(Ιερέας

Γιατρός)





Χορευτικό (από τις έξι κοπέλες)

Όλες μαζί

Τους δώδεκα θεούς,

τους δίμορφους,
τιμώντας,

θυσίες στους βωμούς
τους προσφέρω.

Με άνθια και δάφνες
στολίζω τ’ αγάλματα

την εύνοιά τους να
έχω

και τ’ αγαθό τους
πρόσωπο

για πάντα σε μένα να
στρέφουν.

Κορυφαία

Πίσω απ’ εκείνων τις
τιμές

η αγάπη μου για
σένα,

Πυρφόρε Προμηθέα,

Προστάτη κι ευεργέτη
μου.

Γυναίκες

Οι προσφορές μου
αναίμακτες,

κάνιστρα ανθισμένα,

κρατήρες με
πρωτόλαδο,

από τον άγουρο καρπό
του ευλογημένου δέντρου,

λαγήνια πλέρια με
άκρατο

—αίμα Διονύσου
ευφραντικό—,

κοφίνια με
ξανθόσπορο,

της καρδιάς μας το
στήριγμα,

αγριόμελο και γάλα.

Χορός ανδρών[16]

Στεφάνια στα μαλλιά
κορίτσια φορέστε,

μια ζωντανή
ομορφάδα,

που ένα γίνεται με
τα στολίδια της πλάσης,

τη χαρά της ζωής.

Πρώτο πρόσωπο - Μάνα[17]

Ζωντανό προσκεφάλι η
καρδιά μου

να βρίσκουν τα
παιδιά αναπαμό.

Η λαχτάρα,
παραστάτης της ζωής μου και σύνοικος

και στο στόμα μου
πάντα ευχές-προσευχές

—Φεύγεις παιδί μου;

Στο Καλό…

Με Καλό…

Καλό δρόμο και η
πορεία σου ευθεία

—Ήρθες παιδί μου;

Καρδιάς καλωσόρισμα

και το βλέμμα
αστείρευτων λόγων πηγή.

Σαν τη δική μου
αγάπη, καμιά!

Σαν της μάνας τη
χαρά και τον πόνο κανένας!

Αγαπάει πριν να δει.

Πάνω απ´ τη
νάκα, πάνω απ’ το λίκνο,

πλάθει πορεία
ουρανόδρομη ονείρων!



«Κοιτάξτε το! Δεν
είναι πανέμορφο;

Είν’ το παιδί μου!

Έκανε λάθη; Έσφαλλε;

Κανείς να μην πει
ότι τόθελε.

Να μην το μαλώσει
κανένας,

γιατί είν’ το παιδί
μου

Πρόκοψε; Καμαρώστε
το! Είναι παιδί μου!»

Απ’ το δικό του το στόμα μια λέξη μονάχα μου είν’ αρκετή:

Μάνα!

Τέσσερα γράμματα
όλος μου ο κόσμος

—Μάνα…

—Τι είναι καμάρι
μου; Τι έχεις παιδί μου;

Τι σου συμβαίνει
ψυχή μου;

Καλά, μη μου πεις.

Ξέρω.

Σε πλήγωσαν;
Πλήγωσες;

Σε πρόδωσαν;
Πρόδωσες;

Σ’ αδίκησαν; Κάποιον
αδίκησες;

Εγώ είμαι εδώ.

Η αγκαλιά μου λιμάνι
γαλήνιο κι απάνεμο,

έλα να ξαποστάσεις.

Το δικό μου το χάδι
ελευθερίας αίσθηση.

Η ανάσα μου άρωμα
ανοιξιάτικης αύρας.



Αν μπορούσα, δίχτυ
αγάπης πυκνό,

αδιαπέραστο κι
άφθαρτο θα ‘πλεκα

και μπροστά στα παιδιά
μου θα το ‘στηνα,

Προστασία –όσο ζω κι
αφού φύγω-

απ’ του κακού τους
ανέμους,

απ’ το φθόνο του
κόσμου κι απ´ τ´ άδικο

Στημόνι οι ελπίδες,

υφάδι της αγάπης τα
όνειρα

και οι σκέψεις
σαϊτιές επιδέξιες.



Πυρφόρε Προμηθέα,

μέσα στο στέρνο μου

της ουράνιας φλόγας
τη ζέστα απιθώνοντας,

μ´ έκαμες Μάνα
της καρδιάς και όχι του ενστίχτου.

Δεν γεννώ, έτσι απλά·

δια βίου τα μωρά μου
ανατρέφω.

Με το είναι μου όλο
–όσο ζω-

τους καρπούς μου
φροντίζω.

Χορός ανδρών[18]

Από της γης τα
ζωντανά

σαν εσένα κανένα του
Έρωτα τα πάθη να νιώσει

δεν του ‘μελλε.

Η φωτιά του η
άσβεστη

πυρπολώντας το είναι
σου ατέρμονα,

αναγεννά και
τελειώνει

και πάλι ανασταίνει

Δεύτερο πρόσωπο - Έρωτας

Χάρη σε σένα,
Προμηθέα Πυρφόρε μου,

στης αγάπης το άβατο να μπω αξιώθηκα

και είδα τον Έρωτα,

μια ιέρεια φωτόλαμπρη,

μέσα απ' το μαύρο της ντύμα



Μέσ’ τη σιωπή σου σε άκουσα, Έρωτα.

Σφραγίδα το στόμα,

περίβολος φύλακας,

εμποδιστής περίσσιων λόγων




Ένιωσα, Έρωτα,

της μουσικής τη γαλήνια ορμή

ως τ' ακροδάχτυλά μου




Είδα…

άλικα άνθια τα γόνατα,

υπομονής ανεξίτηλης τρόπαια

προσφοράς παράσημα,

της ευτυχίας του «δούναι» τα εύσημα

Διάβασα…

αναντίρρητη σκέψη

και το λόγο σου, Έρωτα, άκουσα,

τον μεγάλο απόντα.



Δάκρυ ψυχής,

ακύλιστο απόσταγμα
να τρέξει,

καθάριο, ολοζώντανο

και να ειπωθεί το ανείπωτο,

να γίνει λόγος η ματιά,

το ερωτικό βλεφάρισμα

φράση λειψή, μα ολόκληρη,

φράση που σπαρταράει.



Απ’ της αγάπης τραγούδια να πάρω λόγια

δε θέλω, δε θέλω.

Ο νους ενεός –εντός μου κι εκτός-

οικείο το άγνωστο,

και τ’ άπιαστο ανέλπιστα οικείο.



Ήρθα και ήσουν εδώ

και απών εδώ

σαν από πάντα,

συνισταμένη της ζωής μου, εσύ

δικό σου τ’ όνομά μου, ανάδοχε έρωτα,

ανάδοχέ μου έρωτα,

της κάθε μέρας μου ζωή και σιωπηλή αναζήτηση.



Ιδεογράμματα εικόνων,

ιερέων παλαιών γλυφουργήματα

σε υποχθόνιους τοίχους,

στης αγάπης της δάδας το φως

μια πανδαισία χρωμάτων, σχημάτων και ήχων

σ’ εξαίσια σύνθεση

-υπάρχουν κι αυτά που δεν βλέπουμε, υπάρχουν-.

Μεταβλητή μου, εσύ και σταθερά,

-τ’ αλλιώτικο ίδιο-,

και της κάθε στιγμής μου το απαράλλαχτο όλον

Χορός ανδρών[19]

Κάτοπτρο αλαβάστρινο

η σμιλεμένη της
γυναίκας ψυχή,

ωοκέλυφο,

και μέσα της περνά
και διαχέεται

φαγεντιανό γαλάζιο

της αγάπης το φως.

Τρίτο πρόσωπο - Αγάπη

Αγάπη με λένε,

των ψυχών γαλήνη
γλυκόγελη.

Της ζωής την ουσία,
Πυρφόρε, μου έμαθες,

που τους ανθρώπους
στολίζει και δένει.

Γαλήνια λίμνη,
ατάραχη και πάνωθέ της το φως.

Στα πέρατ’
απλώνεται,

δροσίζει ψυχές,

ευφραίνει καρδιές,

τον ανθρώπων τον
πόνο γλυκαίνει.

Άνδρες

Στο πέρασμά σου τα δεινά υποχωρούν.

Κορυφαία

Η καρδιά μιας
γυναίκας γεμάτη απ’ αγάπη σαν είναι,

γιατρικό, χωρίς
φειδώ δοσμένο,

αχρέωστα σ’ όλους
και σ’ όλα,

είναι πανάκεια
χαρισμένη, ανάργυρη!!

Άνδρες

Στο πέρασμά σου τα
δεινά υποχωρούν.

Γυναίκες

Ο τόπος μου; Το
σύμπαν ολάκερο

κι αγαπημένη
κατοικιά, οι καρδιές των ανθρώπων

οι ολάνοιχτες!

Δεν είμαι εδώ, εκεί,
αλλού.

Είμαι παντού.

Παντού θα μέ ‘βρεις,

όπου είν’ όλα
φωτεινά και καλά.

Ούτε μετριέμαι, ούτε
ζυγιάζομαι.

Άνδρες

Στο πέρασμά σου τα δεινά υποχωρούν.

Γυναίκες

Μ’ έχεις ή δε μ’
έχεις,

είμαι ή δεν είμαι.

Το πολύ και το λίγο,
το σχετικό και το μέτριο

δεν ταιριάζουν σε
μένα.

Αμέριστη!

Δεν υπάρχει ζυγάρι
να βαστάξει δικό μου κομμάτι

μήτε βρέθηκε
αντίβαρο της δικής μου αξίας.



Ανθρώπων βάσανα;

Μοναξιάς σκοτάδι και
θρήνος βουβός;

Κάλεσέ με και θάρθω.

Στη δικιά μου την
ήρεμη δύναμη

τα δεινά υποχωρούν.

Το μαύρο το μίσος,
εχθρός μαχητός,

στο λευκογάλανο φως
μου διαλύεται.

Άνδρες

Στο πέρασμά σου τα δεινά υποχωρούν.

Γυναίκες

Προμηθέα Πυρφόρε,
φιλάνθρωπε!

Αν και προγνώστης τ’
αδίκου τιμήματος,

έδωσες, πρόσφερες
και φορέα με έκανες

της δικής σου
αγάπης.

Μ’ έμαθες πώς μ’
αυτήν να πορεύομαι.

Χορός ανδρών και γυναικών

Αγάπη! Πεμπτουσία
της ύπαρξης.

Αγάπη! Δεσμός
συνεκτικός, ακατάλυτος κι άφθαρτος!

Αγάπη! Της ουσίας
απάντων των όντων,

η Ουσία.

Χορός ανδρών[20]

Την είδες, την
ξεχώρισες

και σ’ έναν κύκλο
φεγγαριού

αυτό που είδες
δέχτηκες,

ζωή και βιός σου το
’καμες,

κι ο γνώστης γίνηκε
γνωστός,

οικεία αγαπημένος.

Τέταρτο πρόσωπο – έφηβη

Η δεύτερή μου η ζωή

χρωμάτων πανδαισία,

αγάπης
μοσχομυρωδιές,

της γεύσης ευωχία
γλυκόμελη.

Η ακοή, δέκτης
εξαίσιας μουσικής

που αέναα πηγάζει,

απ’ όσα τα μάτια μου
θωρούν

κι όσα η ψυχή μου
βλέπει.

Λαχτάρα ψυχής γι
ανεμοπέταγμα

προσμονή αγγιγμάτων

στις κραυγές του μυαλού τα χείλη σιωπούν.

Πώς να πω;

Με τι λόγια να πω της καρδιάς το ξεχείλισμα;



Τ’ αγγίγματα, ζωής
ψηλάφισμα, …

μα πιότερο απ’ όλα
της γνώσης το φως, [21]

που όλα τα κάνει να
λάμπουν

και δίνει στα
δύσκολα θάρρος.



Δεν θέλω, δεν
δέχομαι,

αρνιέμαι

τη δικιά μου ζωή να
ορίζουνε άλλοι.

Σε σένα αυτό το
χρωστώ

Προμηθέα Πυρφόρε.

Δεν θέλω,

αρνιέμαι

δυνάστες παράνομους
κι άνομους,

επισκέπτες
παρείσακτους, στη ζωή και τη σκέψη μου.

Εσύ μ’ έμαθες έτσι
να σκέφτομαι

Προμηθέα Πυρφόρε.

Δε θέλω, δεν δέχομαι

παρά μόνο

η δική μου η Πίστη,

η δική μου Ελπίδα,

η δική μου Αγάπη

να χαράζουν
στολίζοντας το δικό μου το δρόμο.



Και γίνονται έτσι

της ζωής ο αγώνας,

του αδίκου η απόρριψη,

των ανόητων η
άρνηση,

ανατροπής πανηγύρι

κι Ελευθερίας
απόλαυση.

Χορός ανδρών

Αν θες την ευτυχία
να βρεις

και δικιά σου για
πάντα να έχεις,

βρες το παιδάκι μέσα
σου, ξαναζωντάνεψέ το

κι αυτό με κελαηδίσματα, σαν σπίνος, σαν αηδόνι,

με τραγουδάκια θα σου πει,

για τα ουράνια χρώματα στον κόσμο της αγάπης,

για το καλό και τ’ όμορφο,

για της ζωής τα
δώρα.

Πέμπτο πρόσωπο- κοριτσάκι[22]

Η γέννησή μου η
δεύτερη, [23]

αυτή βαραίνει
πιότερο,

αυτή στο χτες
εγιόρταζα,

αυτή γιορτάζω
σήμερα,

και πάντα θα
γιορτάζω.

Γι αυτήν του χορού
μου η χαρά

γι αυτήν και το
τραγούδι.



Το κάθε μου ξημέρωμα[24]

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.



Ψυχή, καρδιά μου και
κορμί[25]

μικρή παιδούλα
γίνεσαι,

με της αυγής
λιοτράγουδα,

δροσάδα εωθινού
ανάλαφρου αγέρα,

και με λογάκια παιδιάστικα

την κάθε μέρα σου
αρχινάς

και μια ζωή ολάκερη
στην κάθε μέρα κλείνεις.



Το κάθε μου ξημέρωμα[26]

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.



Στο ρυθμό της χαράς

ολημερίς, ακούραστα

σε χορού ανέμελου

τ’ ανάλαφρά σου
βήματά

σε πάνε και σε
φέρνουν

σ’ όσα για τ’ αύριο
λαχταράς

σ’ όσα στο τώρα
γεύεσαι.



Το κάθε μου ξημέρωμα

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.



Πεταλούδες σ’
ανθάκια, πουλιά στις φωλιές

μυρωδιές τυπωμένες,

χρώματα
λαμπροφώτιστα

ουρανοπετάγματα,

μουσικές αγκαλιές

χαρούμενα δάκρυα,
και ξάστερα γέλια.



Το κάθε μου ξημέρωμα

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.



Οι στιγμές,

σμήνος πολύβουων
μελισσών

της ευτυχίας το
νέκταρ ρουφούν

και στην κυψέλη τους
δίνουν

την ευωδιά και των
ονείρων το σχήμα.



Το κάθε μου ξημέρωμα[27]

ένα παράθυρο
διάπλατο

στης χαράς τον
ορίζοντα.

Χορός ανδρών[28]

Πόσο η ψυχή μου
ευφραίνεται να βλέπω το χορό σας!!



Μα της καρδιάς μου
τη χαρά,

ο Δίας την εφθόνεψε

και —συφορά μου
μεγάλη—

εκδίκηση γύρεψε.

Φτιαχτή γυναίκα,
πλάσμα αγέννητο,

χωρίς των θνητών του
αφαλού το σημάδι,

σκάρωσε,

και του αδερφού σου
τη χάρισε,

—γλυκιά ζωή γι
αυτόν, πικροζωή για μένα—.

Ιερέας

Ασύνετα την έκαμε
κυρά κι αρχόντισσά του,

και η δικιά σου
συμβουλή λόγια μονάχα,

γράμματα σκόρπια,
στη σειρά, μα νόημα κανένα.

Χορός

«Δώρο απ’ τους θεούς
να μην καταδεχτείς,

άδωρο κι ολέθριο θα ’ναι».

Ιερέας

Έτσι του είπες, μα
δε σ’ άκουσε

Το όνομά της,
Πανδώρα,

γητεύτρα πανέμορφη,

—ο νους να τα χάνει—

και —ώρα μισητή, ώρα
καταραμένη—

της παραδώσαν οι
θεοί ένα κουτί για προίκα.

Σαν τ’ άνοιξε, έτσι
απλά με τ’ άστοχό της χέρι,

όλου του κόσμου τα
δεινά απάνωθέ μας πέσαν,

αρρώστιες, πόνοι,
βάσανα

κι ό,τι κακό, κι
ό,τι στραβό μπορεί να βάνει ο νους σου.

Αρρώστιες, πλήθος
φοβερό,

ανίατες… έτσι ο Δίας
το ’θελε.



Απ’ το κουτί
ανάβλυσαν οι ποταμοί της θλίψης,

των θρήνων άθλια
βογγητά, ολολυγμοί ανημποριάς

κατάρες για την τύχη
μας,

και βλαστημούσαν άπρεπα κορμιά βασανισμένα.

Χορός

Πώς σ’ ένα τόσο δα
κουτί μπόρεσαν να χωρέσουν

του κόσμου όλου τα
βάσανα

και η πικρή Ανάγκη;

Γιατρός και γιάτρισσα

Ικέτες ταπεινοί τους
βωμούς των θεών αγγίζοντας,

γιατρειά, απαλλαγή,
λυτρωμό περιμέναμε.

Παρηγορήτρα ελπίδα,
αυτή μοναχά

τους άθλιους βροτούς
στη ζωή συγκρατούσε.



Εσύ ’σουν η ελπίδα
μας[29]

Πυρφόρε Προμηθέα,

προστάτη κι ευεργέτη μας.

Γιατρός

Δάσκαλος γίνηκες σε
μαθητή απελπισμένα πρόθυμο.

Κι ολημερίς
πορεύομαι πα’ σε βουνών ψηλοκορφές

ή χάνομαι, για
μέρες,

για εφταήμερα και
για μηνούς ολάκερους,

σε φαραγγιών
φιδόδρομους

σε τόπους
βαλτωμένους.

Γιάτρισσα

Κλωνούς, φυλλάκια
και ριζά

βρίσκω, ξεραίνω,
τρίβω

και, στη χάση ή τη γέμιση,

της πάγχλωμης
αρχόντισσας,

της κυβενήτρας της
νυχτιάς της μαγιοφορτωμένης,

μιλημένα σκαρώνω
γιατρικά,

με προσοχή και
σύνεση, με μέτρημα και γνώση

μιας και όσα δίνουνε
ζωή

και λύτρωση από
πόνους,

τα ίδια αυτά στον
ύπνο τον αιώνιο

βυθίζουν τους ανθρώπους.

Γιατρός

Με τη δροσιά της
χαραυγής του δειλινού τον ίσκιο,

της μεγάλης ευθύνης
το βάρος φέροντας,

σκευάζω και φτιάχνω,

από μέντα, σκόρδο
δύσοσμο,

αγγελική και δυόσμο,

μάραθο, ρόδι,
δίκταμο,

τσουκνίδα, και
θυμάρι,

ρίγανη, δεντρολίβανο

κι απ’ άλλα χίλια
μύρια της γης δωρίσματα,

σκευάζω και φτιάχνω

σκόνες, και
αφεψήματα,

ματζούνια,
καταπλάσματα,

βάλσαμα κι άλλα
γιατρικά

να τα ’χω να
γιατρεύομαι

και να γιατροπορεύω.



Για τα νεφρά τα
άρρωστα,

για στομαχιού τους
πόνους

μου ’μαθες το
χαμαίμηλο, της γης το θείο δώρο,

και με τα δάκρυα
κλαίουσας

τον πυρετό να ρίχνω.

Για τον βαθύ το
βήχα,

που βασανίζει σωθικά
και τα καταταράζει

τον καταπράσινο χυμό
της ιερής μολόχας,

για τ’ ανακάτεμα του
στομαχιού το δυόσμο

—που ’ναι καλός και σαν τριφτεί σε μέλη πονεμένα—.

Γιάτρισσα

Για να κοιμούνται τα
παιδιά

αρκεί μια τόση δα
γουλιά

της υπνοφόρου
μύκωνος

και ο Μορφέας
φτερωτός στην αγκαλιά τα παίρνει.

Σαν αφορμίζουν οι
πληγές,

με του ψωμιού τη
μούχλα

κλείνουν,
γιατρεύονται με μιας.

Του λιναριού το
σπόρο λιώνοντας

φτιάχνω γιατρικά

για τα γυναίκεια
πάθια,

τα έμμηνα.

Γιατρός

Να ξεχωρίζω μ’
έμαθες φαρμάκια από βοτάνια,

φίλτρα να φτιάχνω
από βολβούς

από τα σπόρια
σουσαμιού κι απ’ το γλυκό μέλι

και μ’ όλ’ αυτά

—κι άλλα πολλά που
δεν τα φανερώνω—

αμίλητα φίλτρα
σκαρώνω

να πιάνουν φλόγα τα
κορμιά,

να συνταιριάζουν οι
θνητοί

—ακόμα και οι
αταίριαστοι—

ν’ σμίγουν οι
αθρώποι

και να
σφιχταγκαλιάζονται,

να μη χαθεί το γένος
μας

κι αφανιστεί η φυλή μας.

Χορός ανδρών και γυναικών

Χάρη σε σένα και
πάλι το γένος μας σώθηκε[30]

και στη ζωή κρατήθηκε
και ως τα τώρα πρόκοψε

με της φωτιάς τη
θεία δύναμη

που γνώση δίνει και
το νου λευτερώνει,

Πυρφόρε Προμηθέα[31]

Προστάτη κι ευεργέτη μας







 


Σκηνή 4η


Η ανατροπή. Η σύγκρουση Δία-Προμηθέα



Ο Δίας έξαλλος από οργή και φθόνο συγκρούεται επί σκηνής με
τον αλυσοδεμένο Προμηθέα.

Στον άδικο και παράλογο λόγο του ο Προμηθέας αντιστέκεται με
λόγο δίκαιο και προφητικό, αμφισβητεί ευθαρσώς τη θεότητα του Δία, αρνούμενος
να υποκύψει και να αποκαλύψει όσα ο Δίας-τύραννος απαιτεί να μάθει.

Οδηγείται στον Καύκασο για να υποστεί την τιμωρία που ο Δίας
όρισε.



Τα πρόσωπα



Δωδεκαμελής Χορός των
ανθρώπων

Δίας

Προμηθέας



Βουβά πρόσωπα:

Κράτος

Βία

Ίριδα





Δίας

Το βδέλυγμα αυτό ευεργέτη λογιάζετε;

Τον αδιάντροπο κλέφτη, τον άρπαγα,

μπροστά μου τολμάτε με δάδες να υμνείτε;

Σκύψτε βαθιά, γονατίστε, το χώμα φιλήστε

τιποτένια, αδέξια πλάσματα,

σβήστε τις δάδες, θάψτε τες

και τους ύμνους σε μένα,

για μένα και μόνο για μένα

υψώστε.[32]



Και συ,[33]
της συφοράς μου μάντη,

που απ’ το δικό σου
ανίερο στόμα

πήρε φτερά κι
απλώθηκε

η φήμη του χαμού
μου,

φραγμό βάλε τα
δόντια σου

στα ψεύτικά σου
λόγια

και μάσησε, κατάπιε
τα

που τ’ άφησες κι
απλώθηκαν,

κι ενάντιά μου
στέκονται θνητοί,

θεοί και δαίμονες

και κρυφοψιθυρίζουν.



Λέγε, μαρτύρα το.

Πες.

Τώρα αμέσως
μολόγησε.

Ποιά ποιόν θα
γεννήσει πού και πότε;



Εσύ, που λάθρα,
ακάλεστος

τα χίλια μάτια του
Κράτους μου γέλασες

κι απ’ της σκύλας
της Βίας τ’ ανίκητα ρόπαλα

γλίστρησες και
λάθρα,

ακάλεστος

στο πανώριο το σπίτι
μου μπήκες κλεφτά

και μ’ έκλεψες,

θα κλάψεις πικρά και
ικέτης θα σέρνεσαι.



Και σεις θα το
πληρώσετε, κλεπταποδόχοι άτιμοι

χαθείτε από μπροστά
μου.



Μπροστά στο δικό μου
θυμό,

θεός ποιος, θνητός
ποιος,

να στέκεται αγέρωχα
δύναται;

Μονάχα συ, μισητέ
και αυθάδη

τολμάς ίσια στα
μάτια, σαν ίσος

να θωρείς το θεό
σου.

Στις βροντές του θυμού
μου, ποιος;

Προμηθέας

Τ’ ανέμου και των
σύννεφων παιγνίδια και γυρίσματα

Δίας

Στους κεραυνούς της
οργής μου, ποιος;

Προμηθέας

Σπιθίσματα πελώρια του
αιθέρα

πάνω στων αντιθέτων
τη σύγκρουση

Δίας

Σκάσε, σ’ ακούν.

Το στόμα σου κλείσε.

Θες να τους μάθεις
να σκέφτονται;

Προμηθέας

Τρέμεις, τη γνώση φοβάσαι.

Το δρόμο τούς
άνοιξα….

Μόνοι τους… «Όστις θέλει…»

Δίας

Ποτέ, στον αιώνα τον
άπαντα.

Από τ’ άλογα ζώα,
χειρότεροι…

Προμηθέας

«Ό σ τ ι ς θ έ λ ε ι…», ελεύθεροι αυτοί θα επιλέγουν.

Δίας

Σαλεμένο μυαλό, σαλεμένα
τα λόγια.

Προμηθέας

Δύναμή σου, τ’
ανερμήνευτα, κι οι συντυχιές.

Αυτά σε βολεύουν,
έτσι να σκέφτονται θέλεις.

Δίας

Μαρτύρα το.

Πες.

Τώρα αμέσως
μολόγησε.

Ποιά, ποιόν θα
γεννήσει πού και πότε;



Ειδεμή, τώρα δα τα
τέρατα αυτά θα προστάξω

και θα γενεί τ’
άθλιό σου κορμί

με τα βράχια του
Καύκασου ένα.

Αιώνια.

Τ΄ ορκίζομαι.

Στης Στύγας το μαύρο
νερό

και στα εννιά
φιδωμένα ποτάμια,

που ζωσμένη κρατούν
την παμβώτιδα.

Τ΄ ορκίζομαι.

Αιώνια.

Ο μόνος όρκος που
μπορεί να με δέσει….

Προμηθέας

Δε πα να λες… «Όστις θέλει…»

Χορός ανθρώπων[34]

Για σε φοβάμαι, σκιάζομαι,

Προμηθέα παράτολμε.

Βαρύς ο όρκος που ‘δωσε.

Νάτην, η Ίριδα η εφτάχρωμη με το χρυσό λαγήνι[35],

πέταξε κι έφτασε.

Φέρνει εκείνο το νερό,

που πάντα κρύο πέφτει απ’ ενός βράχου την κορφή,

σπονδές να κάνει ο Δίας

και με το μαύρο το νερό τον όρκο να σφραγίσει.



Βαρύς ο όρκος που ‘δωσε

στου Ωκεανού την κόρη την πρωτότοκη,

με τη γοργή φυρονεριά,

τη μισητή απ’ αθάνατους,

την τρομερή τη Στύγα,

που διασχίζοντας τη γη,

περνά από κακοτράχαλα

και μέρη βραχιασμένα.



Έχει, η φοβερή θεά, ένα παλάτι απόμερο,

πέρα, μακριά κι απόμακρα

’κει π’ αρχινούν του Τάρταρου τα μέρη τα φριχτά.

Βράχια το στεφανώνουνε,

κι είν’ σε κολώνες αργυρές γερά θεμελιωμένο.



Τα πιότερ’ από τα νερά της ιερής πηγής της

κάτω απ’ της γης τα έγκατα

κυλούν και γοργοπάνε,

και μέσ’ στου Ωκεανού τη σκοτεινιά

πελώριοι, πανώριοι βραχίονες γίνονται.

Το ένα απ’ τα δέκα στον όρκο ανήκει.

Τ’ άλλα, τα εννιά, φιδίσια κυλούν,

τη γη ολοτρόγυρα ζώνουν,

του κάμπου του υγρού την ολόπλατη ράχη,

κι απέ στη θάλασσα χύνονται

σε χίλιους ασημένιους στροβίλους,

ρουφήχτρες και δίνες και χειμέρια κύματα.

Το μαύρο νερό που πέφτει πάν’ απ’ το βράχο

για τιμωρία τους είναι,

τιμωρία θεών.

Ιερέας

Μα σαν κανείς απ’ τους θεούς,

που κατοικιά τους έχουν

τη χιονισμένη του Ολύμπου κορφή,

τον όρκο πατήσει,

για ένα χρόνο χάνει την πνοή της ζωής του,

και μήτε νέκταρ γεύεται μήτε την αμβροσία

και μένει ακίνητος,

δίχως ανάσα,

χωρίς να μιλεί,

σε νάρκη βαριά βυθισμένος.



Μετά, για χρόνια ολόκληρα εννιά

ζει απ’ αθάνατους χώρια,

πέρα, μακριά, κι απόμερα

και με σινάφι θεϊκό

πάνω στη δέκατη χρονιά

μονάχα ξανασμίγει.

Δίας

Το φοβερό τον όρκο μου

με μαυρονέρι σφράγισα.

Πριν φύγει η εφτάχρωμη, και μαζί της τον πάρει,

λέγε, μαρτύρα, φανέρωσε,

ποιά, ποιόν θα
γεννήσει πού και πότε,

μήπως κι αλλάξω τη γνώμη.

Προμηθέας

Θεός δεν είσαι.

Του μυαλού τους ο φόβος σε γέννησε,

φάντασμα άπιαστο,

του αγνώστου η άγνοια

κι ο τρόμος.



Θεός δεν είσαι.



Όσα φοβούνται,

—τους Γρύπες, τη Σκύλλα, τη Μέγαιρα,

τον φοβερό τον Τυφώνα, τη Λάμια, την Έχιδνα,

όλα της φύσης τ’ άγρια,

που τους ανθρώπους από άγνοια σκιάζουν—

θεούς κι αμέτρητους δαίμονες τα ’φτιαξαν

και δίπλα σου τα ’βαλαν

εσύ να τα ορίζεις.

Όλα.

Έξω από Στύγα, Ανάγκη και Μοίρα.



Και όσο φοβούνται

τόσο θυσίες σου κάνουν

την οργή να κοπάσεις

και να μην καταστρέψεις αυτά

που δεν έπλασες.

Κι απ’ τα σφάγια ευφραίνεσαι.

Έτσι νομίζουν…

μα αναπαμό δεν έχουν.



Το ταξίδι τους είσαι

στου αληθινού τη ζήτηση.



Θεός δεν είσαι.



Δε σ’ αγαπούν, σε φοβούνται.

Και ποιος τάχα μπορεί ν’ αγαπήσει

αυτό που φοβάται;

Η αγωνία και ο φόβος τους σ’ έπλασαν

και στον Όλυμπο σ’ έστησαν

για να ‘σαι μακριά τους.



Θεός δεν είσαι.

γι αυτό και φοβάσαι.



Το Ποιος θε να ‘ρθει κι από Ποια

-Παρθένα και Μάνα μαζί-

δε θα πω.

Δίας [36]

Για τη Θέτιδα η Θέμις διαδίδει

πως ο δικός μου ο γιος απ’ αυτή γεννημένος…

Προμηθέας

Καλά, έτσι νόμιζε, στην πλάνη σου βολέψου….

Δίας

Και με την όμορφη Ιώ ξανά δε θα πλαγιάσω

μη και γεννήσει παιδί μου

που θα ’ναι από με δυνατότερο,

μα για πάντα, με άλλη μορφή,

γύρο-τρογύρο από με θα γυρίζει[37]

Προμηθέας

Μέσα τους σκάλωσες,

δικό τους κατασκεύασμα είσαι.

Άλλον προσμένουν.

Έτοιμοι να τον δεχτούν ακόμα δεν είναι.

Και τα δώρα που πήραν…

όχι, δε φτάνουν

η σπίθα του μέσα μυαλού τους ν’ ανάψει.



Το Ποιος κι από Ποια δε θα πω,

δε θα πω.



Άλλοι, πολλοί,

για τα νέφη,

για των πλάνητων άστρων τους κύκλους

θα πουν,

για των αστραπών, των βροντών σου το μύθο

θα γράψουν.



Άλλοι, πολλοί,

για τον Έναν θα πουν,

θα διδάξουν…

για τον Έναν που θα ‘ρθει…



Άλλα πια δε θα πω…

Σιωπή…



Μα η ώρα σαν φτάσει,

σαν την ομίχλη που φεύγει

στη ζέστα του ήλιου,

έτσι θα φύγεις

και πίσω θ’ αφήσεις

αχνάρια μονάχα,

ναούς και βωμούς κι αγάλματα πάλευκα,

της ανάγκης για Ελπίδα κι Αγάπη.

Και τότε…



Σιωπή…[38]

Άλλα πια δε θα πω….

Άλλον γυρεύουνε,

μα η ώρα Του ακόμη δεν ήρθε.

Σωπαίνω.

Δίας

Ναι, θα σωπάσεις!

Για πόσο;

Παλληκαρά, θρασύτατε,
γελοίε αλαζόνα

θα δεις, θα μάθεις,
θα γευτείς,

θα πεις πως δεν
αντέχεις

δεμένος μ’
αλυσόβεργες

πάνω στο μαύρο βράχο

με τεντωμένα
ολόσφιχτα

τ’ ανίερά σου χέρια,

σαν, κάθε που ο
Απόλλωνας

επάνω στα μεσούρανα
το άρμα του θα φέρνει,

θα ’ρχεται άσπλαχνος
αητός

τα σπλάχνα σου να
τρώει

και θα κολλάνε τα
ριζά

του υπερπόντιου
Καύκασου

απ’ το δικό σου
αίμα,

αίμα πικρό, αίμα
’χνιστό,

του συκωτιού σου
ολόπηχτο ιχώρα[39].



Σιωπή;

Καλά, τώρα το λες!

Τα ουρλιαχτά του
πόνου σου

ταχιά τη γλώσσα σου θα
λύσουν

και θα καταριέσαι
πικρά τη μαύρη σου τύχη.

Προμηθέας

Για τύχη μιλάς; Ποια
τύχη τάχα;

Αυτό τουλάχιστον να
το ’ξερες θα ’πρεπε…

Δίας

Το ποιο δηλαδή;

Προμηθέας

Πως τίποτα δεν είναι
τυχαίο.

Δίας

Πάρτε από την όψη
μου μπροστά

το βλάσφημο, το
μισητό προδότη,

που, πιότερο από με,
τους δίποδους αγάπησε

και φρόντισε

τιμές και δόξα
πρόσκαιρη

από αγνώμονες
θνητούς

για λίγο να
κερδίσει.[40]



Κοιτάξτε τους πώς
μάζεψαν,

σαν τα δαρμένα τα
σκυλιά, στα σκέλια

το φωτισμένο τους
μυαλό!

Κοιτάξτε, καμαρώστε τους,

οπού τις δάδες σβήσαν

και σκύψαν τα
κεφάλια τους

και γλύφουνε το
χώμα!![41]









Σκηνή 5η




Ο φωτισμένος νους
νικά τον φόβο



Ο φόβος καταλαμβάνει τους ανθρώπους που κινδυνεύουν να
επανέλθουν στην προ Προμηθέα κατάσταση, να γίνουν δηλαδή οι ίδιοι δεσμώτες του
φόβου.

Τελικά ο Ιερέας τους εμψυχώνει, η ελπίδα εδραιώνεται στην
ψυχή τους και χορεύουν θριαμβικά για τη νίκη του φωτός ενάντια στο σκοτάδι της
αμάθειας.



Τα πρόσωπα



Δωδεκαμελής Χορός των ανθρώπων

Προμηθέας



Χορός [42]

Οι σκέψεις μου,

-χορός αγρίων
έξαλλος-

βροντοχτυπούν το
στέρφο χώμα,



ο γδούπος των
πελμάτων

Βαρύς, τραχύς και
απτόητος

για να καρπίσει η
μέσα γη μου.



Τα γράμματα… άναρχα

κλεμμένα απ’ την πανάρχαια αλφάβητο



Φοβάμαι … αυτά που
γίνανε …

μπροστά μου τα
βλέπω, στο τώρα στο αύριο …



Οι λέξεις…
βουρκωμένες

Μήτρα ο νους
γκαστρωμένη,

μοναχικός Ιάσωνας

μπροστά στις
Συμπληγάδες.



Ο πηγαιμός σαν
ερχομός,

η ανησυχιά της
προσμονής

σαν τόκος απρόσμενος

ακούσια εκούσιος,



και η Ανάγκη ν’
απαιτεί,

ν’ απομακρύνει από
τις πρότερες χαρές.

Σκαλωμένη η σκέψη
στο χώρο,

αγκιστρωμένη σε
λόγια τραχιά,

του τρόμου οι πηγές
γενήκανε χείμαρρος,

του ολέθρου το
βάραθρο

μπρος στα πόδια μου
χάσκει…



Φοβάμαι,

φράση σωστή ν’ αρθρώσω δε γίνεται…



Κυνηγημένος ιδρώς
του Ιάσωνα

από τη γνώση που
κατείχε

πριν δει, πριν
μάθει,



και τώρα
αποκαλύπτεται

κάθε ίδια στιγμή

τόσο αλλιώτικη

σε ένα παρόν
αδιάλειπτο.



Φοβάμαι… οι αρμοί του κορμιού μου αδύναμοι,

του χτες τα φαντάσματα, δίπλα μου, γύρω μου…



Στο λιοτριβειό του
νου

αναδεφτήρας οι
μυλόπετρες,

πετροχυμό δε βγάζουν

παρά μονάχα αν
συνθλιβούν τα λόγια,



τα πνιχτά
επιφωνήματα,

οι μισές κοφτές
λέξεις,

οι λέξεις-ανάσες.



Φοβάμαι…



Ριζώνει πάλι μέσα
μου του φόβου το στοιχειό,

σαν τρομερό
αρπαχτικό,

αιμοβόρο παράσιτο,

το νου μου ξεσκίζει.

Η Ανάγκη αδυσώπητη

τα δόκανά της
στήνει.

Παρασαλεύεται η
Τάξη, το νιώθω.

Άνδρες

Αλίμονο, οι
ταλαίπωροι,

δύσμοιρο γένος,
σπόρος άτυχος.

Πάνω μας πάλι θα
πέσουνε

συφορές και κακά
ανομολόγητα.

Πάλι εγώ, ο
ταλαίπωρος, ο άμοιρος,

τις δικές τους θα
πληρώσω διχόνοιες.

Γυναίκες

Ένοχος αυτός
ορίζεται, ο δικός μου ευεργέτης.

Στην Ύβρη έπεσε,

το Δία αρνήθηκε,
πρόσβαλε,

την Τύχη απαρνιέται.

Η αδράστεια Νέμεση

να!! να!! …,

Άνδρες

έρχεται το Δίκιο της
πίσω να πάρει

απ’ αυτόν κι από
μένα τον άθλιο.

Φταίχτης αθέλητα
γίνηκα,

μοναχά για να ζήσω
τα δώρα του δέχτηκα.

Αλίιιιιιι… χαμένος
κι εγώ

Γυναίκες

Όιιι, χάνω το νου.

Ωχούυυ, αλίιι,

τα πάνω κάτω θα
’ρθουνε,

ο κύκλος ο φαύλος
σαλεύει,

Δεινά της Άτης, της
θεοτρέλας,

φοβερά πάνω του
πέσανε

Άνδρες

και σε μένα Δεινά θε
να ’ρθουν

να με λιώσουν.

Δεινά,

που στόμα θνητό να
’στορίσει

δε θα μπορέσει ποτέ,

ποτέ,

στον αιώνα τον
άπαντα.

Χορός

Αυτοί αστράφτουν και
βροντούν

κι εμέ χτυπούν οι
κεραυνοί

και μένα οι μπόρες
πιάνουν

και μέσα μου
τρυπώνουνε

των υετών τους οι
ριπές

βαθιά, μέχρι τα
μέδουλα

και την ψυχή μου
πνίγουν.

Ιερέας[43]

Στα πόδια σου
ορθώσου, το βλέμμα ψηλά.

Σε άνθρωπο αντρείο
μιζέρια και θρήνοι δεν πρέπουν.

Ο φόβος τις θύμησες
διώχνει,

στους ανέμους τους
πέντε σκορπά

την καλή και χρυσή
σου εποχή.

Μη φοβάσαι απ’ τα
λόγια.

Οι φοβέρες του Δία

μην αφήσεις τη χαρά
να σου πάρουν.

Χορός[44]

Ο φόβος, αρρώστια φρικτή

το μυαλό μου
θολώνει.

Ελλοχεύει σαν ύαινα.

Τον οσφραίνομαι,
πνίγομαι…

δυσωδία, αποφορά της
σαπίλας,

του αδιέξοδου
απόγνωση.

Μοχθηρό το
πλατάγισμα

των φτερών του των
μαύρων,

—απαίσιο το σούρσιμο
όψης σκοτεινιασμένης—,

πλανιέται τριγύρω ο
άρπαγας

και μέσα μου να μπει
γυρεύει

βιαστής πωρωμένος,

ληστής αχόρταγος,
άπληστος

να ανασκολοπίσει,

να φέρει του μυαλού
μου τα μέσα,

τα σιωπηλά, τα
απόκρυφα,

έξω να φέρει, και…

αλίιιιι…

Ιερέας

Φτάνει.

Ως εδώ.

Άλλα ν’ ακούσω δε
θέλω.

Πώς να πιστέψω του
φόβου τα λόγια;

Σε τι παραλήρημα
άθλιο έπεσες;

Σκοτείνιασ’ η όψη
σου, ασχήμυνες

και —θέαμα άθλιο,
θλιβερό—

σέρνεσαι, πάλι
σέρνεσαι!



Εσύ σαι; Εσύ ο
ίδιος;

Εσύ που το
καυχιόσουνα πως πρόκοψες

με της καρδιάς τον
Έρωτα και την ορθή σου κρίση;



Κοίτα… τώρα.

Το βλέμμα σου εδώ,

στης δάδας το φως
καρφωμένο το θέλω.

Κοίτα… τώρα.

Στης ζωής το
πρόσταγμα υπάκουσε.

Στης φλόγας το φως
ανταμώνουν και φλέγονται

η Λογική και ο
Έρωτας.

Κοίτα! Θυμήσου!



Και τώρα…

με ένα σωτήριο άλμα,

στα πόδια σου
ορθώσου, το βλέμμα ψηλά.

μην επιτρέψεις τη
χαρά της ζωής

να σου κλέψει ο
πανάθλιος φόβος.[45]

Άκου, αφουγκράσου τα
λόγια του!

Φωνή Προμηθέα:

Ο καθάριος, ο
έξυπνος νους, ακούει κι αισθάνεται.

Αυτός, αυτός μόνο
της επίγνωσης ο αίτιος είναι.

Παιδί του νου η
αλήθεια,

σε δρόμο σωστό, στην
ευθεία οδό,

των ανθρώπων τα
βήματα βάζει.

Ιερέας:

Τα πάλευκα κρόκαλα
πάρε στα χέρια[46]

απ’ του Μίνωα την
ένδοξη χώρα

και τους μαύρους
πυρόλιθους

του πόντιου Καύκασου

και άκου, με το μέσα
μυαλό αφουγκράσου,[47]

το μέλος που φέρνει
η Όστρια[48],

το τραγούδι της
κόρης του Αστέριου,

της πανέμορφης
Κρήτης.



Στους πέντε ζάλους[49]

της ψυχής σου τα
βήματα αρμόνισε

και χόρεψε, άνθρωπε,
χόρεψε

χτύπα γερά τα πόδια,

και κάνε να
στενάξουν

της γης τα στήθια τα
πλατιά.



Να, έτσι με τα χέρια
σου τα πυρολίθια χτύπα, [50]

το ’να με τ’ άλλο,
με ψυχή δυνατή,

ο αιθέρας ν’
αγαλλιάσει

με τον αντρίκιο το
ρυθμό,

με τη γυναίκεια
φλόγα,

που σώμα πνεύμα και
μυαλό

ορθώνουν και
φτερώνουν.

Χορός

Σαν φτερώσει η ψυχή

κι η φλόγα της
καρδιάς μας ανάψει,

τα πόδια ακάματο
χορό αρχινούν,[51]

ακούραστο κι ένθεο.

Ιερέας

Έτσι, παιδιά μου,
χορέψτε σε πυρρίχιο ρυθμό,

μη θρηνείτε,
χορέψτε,

δοξάστε.

Τον αχό του χορού
σας ακούγοντας

ξέρει πως δε θα ’ναι
χαμένη

η δική του θυσία.



Ο Ένας, όπως το ’πε,
θε να ’ρθει[52]

Ο φόβος θα φύγει …

Η φωνή του Προμηθέα

Η Αγάπη εκβάλλει το
φόβο,

καταργεί την Ανάγκη,
την Άτη ακυρώνει

τα δεινά υποφερτά,

δεν αγγίζουν ποτέ
την ψυχή τη γαλήνια.

Ιερέας

Όπως τα ’πε θα
γίνουν,

θα γίνουν …

το δικό του θελημένο
μαρτύριο,

προτύπωση είναι

της θυσίας Εκείνου
απ’ Αγάπη.

Η φωνή του Προμηθέα

Η φιλότης σταυρωτά
καρφωμένη

ουράνια κι επίγεια
θα ενώσει …

Ιερέας

Ετοιμάσου.

Η φωνή του Προμηθέα:

Ελεύθερος, χωρίς
δεσμά…

απελεύθερος….

Κι ένας μπορεί,

αν θέλει,

η ψυχή του δοσμένη σαν
είναι

κι αν η καρδιά του
φλέγεται,

μπορεί,

ναι, μπορεί

τον κόσμο ν'
αλλάξει.

Ιερέας:

Μέσα στων χρόνων τ’
απρόβλεπτα,

μην ξεχαστείς και
γίνεις αγρίμι

απ’ όλα τ’ αγρίμια
χειρότερος.

Ποτέ μη γενεί
άνθρωπος γι άνθρωπο λύκος,

άρπαγας λύκος
κακόψυχος κι άπληστος

αλαζόνας, υπερφίαλος
κι άπονος

για τη γενιά του την
ίδια,

για τη μάνα του γη.

Στο δάχτυλό σου να
φοράς πέτρινο δαχτυλίδι

να σου θυμίζει
πάντα…

Χορός:

Ευεργεσία, φωτιά
θεϊκή, βράχος θυσίας.

Ιερέας

Μην ξεχαστείς.

Μην ξεχαστείς, μην
αφεθείς.

Για τα καλύτερα
είσαι φτιαγμένος.

Ψηλά να θωρείς.

Η φωνή του Προμηθέα

Άνθρωπε, Άνω θρώσκε.

Ιερέας

Άνθρωπος μείνε.

Χορός

Πυρφόρος ο νους,

πυρφόρα η καρδιά

πυρφόρα η ζωή μας.









ΤΕΛΟΣ
















[1]   Οι γιοι της Ρέας, Πλούτωνας, Ποσειδώνας,
Δίας.



[2]
  Την εποχή της Αναγέννησης στη λατινική
γλώσσα υπήρξε κάποια σύγχυση της λέξης Κρόνος (Cronos) με αυτή του χρόνου (Chronos)



[3]
  Ο
Κρόνος στέρησε τη ζωτικότητα του πατέρα του Ουρανού.



[4]
  Ευφημισμός



[5] Κρόνον οὖν τόν
χρόνον μοι νόει
, τήν δέ Ῥέαν τό ῥέον τῆς
Ὑ
γρᾶς     Οὐσίας. Ορφικό Απόσπασμα 56



[6]
Οι κόρες της Ρέας, Δήμητρα, Εστία, Ήρα.



[7]
  Κατά μια εκδοχή του μύθου, αυτή η πέτρα,
που ο Κρόνος αντίς για το Δία κατάπιε, όταν την ξέρασε, έπεσε στους Δελφούς.



[8]
 
Έξι άνδρες και έξι
γυναίκες. Απαγγέλλουν με σκυφτό το κεφάλι



[9]   Ορθώνεται





[10]
Ανάβουν
τις δάδες τους από το βωμό που καίει στη μέση της σκηνής



[11]
Oρθώνεται



[12]
ανάβουν τη δάδα τους



[13]
Ο οψιγιάς, ο
χώρος όπου απλώνουν, κατόπιν ειδικής επεξεργασίας, τα σταφύλια προς αποξήρανση.



[14]
Θαλάσσια θεότητα του αφρού των κυμάτων που βοηθούσε τους ναυτικούς.



[15] Κλασσική μουσική



[16]
Στεφανώνουν ο καθένας τη σύντροφό του



[17]
Το φόρεμα σε γήινα χρώματα



[18]
Οι άνδρες τραγουδούν αργά και οι γυναίκες
αποκαλύπτουν το κόκκινο φόρεμα, σύμβολο του Έρωτα



[19]
Οι άνδρες τραγουδούν αργά και οι γυναίκες
αποκαλύπτουν το γαλάζιο φόρεμα, σύμβολο της Αγάπης



[20]
Οι άνδρες τραγουδούν αργά και οι γυναίκες
αποκαλύπτουν το λευκό φόρεμα, σύμβολο της αγνότητας



[21]
Μουσική από τραγούδι ανατρεπτικό



[22]
Το φόρεμα με ανθάκια



[23]
Μουσική από γλυκιά μπαλάντα



[24]
Η πρώτη του χορού



[25]
Μουσική από παιδικά τραγούδια



[26]
Την επωδό πρώτη του χορού



[27]
Όλες μαζί



[28]
Ο καθένας αγκαλιάζει τρυφερά τη σύντροφό
του



[29]ανάβουν
τις δάδες τους



[30]
Τα κορίτσια βάζουν τα στεφάνια τους πάνω
στο βωμό του Προμηθέα.



[31]
Με τα χέρια ψηλά σε δοξαστική στάση



[32]
Ο χορός των ανθρώπων έντρομος σβήνει τις
δάδες και μαζεύεται σε μια γωνιά. Ο Ιερέας πίσω από το βωμό αφήνει τη δάδα του
αναμμένη και στέκεται μόνος απόμερα.



[33]
Απευθύνεται στον Προμηθέα



[34]
Ο Δίας ορκίζεται τελετουργικά.



[35]
Ελεύθερη απόδοση από τον Ησίοδο





[36]
μονολογεί



[37]
Η Ιώ, δορυφόρος του πλανήτη Δία



[38]
«σιγῶν θ᾽ ὅπου δεῖ καὶ
λέγων τὰ καίρια»: Στίχος σωζώμενος, Αισχύλου «Προμηθεύς
Πυρφόρος»



[39]Πύον,
σάπιο αίμα αλλά και ορός αίματος. Τα ζωτικής σημασίας βιολογικά υγρά όλων των
ζωντανών οργανισμών.



[40]
Το Κράτος και η Βία απομακρύνουν τον Προμηθέα



[41]
Φεύγει καγχάζοντας.



[42]
Κάθε στροφή και ένα πρόσωπο. Το «φοβάμαι» όλος ο χορός





[43]
Ο μόνος που κρατάει αναμμένη τη δάδα του.



[44]
Σέρνεται



[45]
Ο χορός ορθώνεται



[46]
Απευθύνεται στις γυναίκες



[47]
Απευθύνεται σε όλους



[48]
Ακούγεται πεντοζάλης



[49]
Οι άνδρες αρχίζουν το χορό



[50]
Απευθύνεται στις γυναίκες



[51]
Ρυθμός πυρρίχιος



[52]
Σε έκσταση, από μακριά ακούγεται από τρομπέτα το «Τις Θεός …»


© Προμηθεύς Πυρφόρος, Βασιλική Π. Δεδούση

© Προμηθεύς Πυρφόρος, Βασιλική Π. Δεδούση
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή